Ἡ Βυζαντινή μας Αὐτοκρατορία δὲν πρόκειται βέβαια νὰ ξαναζήσει σὰν σχῆμα πολιτιστικὸ καὶ κρατικό, ὅπως δὲν γίνεται νὰ ξαναζήσει σὲ δεύτερη ἔκδοση ἡ Ἀθηναϊκὴ Δημοκρατία ἢ ὁ Σπαρτιατικὸς ἐθνικιστικὸς ὀργανισμός. Κάθε ἐποχὴ βρίσκει τὶς πολιτικὲς ἐκφράσεις της, ποὺ εἶναι ἀνεπανάληπτες, ἀφοῦ ἀποτελοῦν τὴν συνισταμένη τῶν ἐπικαιρικῶν στοιχείων τῆς ζωῆς. Ἀλλὰ ἡ θρησκεία;

Αὐτὴ εἶναι μιὰ μορφὴ τοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ ἢ ζεῖ, ὑφίσταται, καὶ ὑπάρχει μὲ ὅλες τὶς κύριες αἰσθητικὲς καὶ φιλοσοφικὲς ἐκφράσεις της, ἢ χάνεται καὶ σβήνει μαζί με αὐτές, καὶ τότε ἀποτελεῖ ὑλικὸ μουσειακῆς καὶ ἐπιστημονικῆς μελέτης γιὰ τοὺς μεταγενέστερους. Ἔτσι, ἢ ἐξακολουθοῦμε νὰ ἤμαστε ἑλληνοχριστιανοί, ὅπως μᾶς ἔπλασε μὲ ἐπεξεργασία 1650 χρόνων τὸ Βυζάντιο, ὁπότε θὰ ἐξακολουθοῦμε νὰ ἔχουμε τὴ βυζαντινὴ θρησκευτικὴ τέχνη, καθὼς καὶ τὴν τελετουργικὴ πομπὴ καὶ τὰ ἄμφια καὶ τὰ θρησκευτικὰ σύμβολα τοῦ Βυζαντίου, ἢ ἁπλῶς… θὰ πάψουμε νὰ ἤμαστε χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι, ὁπότε ὁ καθένας θὰ εἶναι ἐλεύθερος νὰ κάνει τοῦ κεφαλιοῦ του στὰ ζητήματα τῆς θρησκείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως γίνεται μὲ τὴν θρησκευτικὴ ἀναρχία τῆς ἀμερικανικῆς ἐθνολογικῆς πανσπερμίας. Ἐδῶ συμβιβασμός, ὕποπτα μίγματα καὶ νοθεῖες δὲν χωρᾶνε.

Εἶναι μοιραῖο γιὰ τὸ Ἔθνος μας, τὰ θρησκευτικά του ζητήματα νὰ εἶναι ἀδιάσπαστα συνδεμένα μὲ τὴν ἱστορικὴ μοίρα τοῦ λαοῦ μας. Ἡ Ἑλληνικὴ Ὀρθοδοξία, εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι, ἔχει ταυτιστεῖ μὲ τὴν ἐθνική μας ὑπόσταση, ἤγουν μὲ τὴν ἐλευθερία μας. Ἔχει γίνει δηλαδὴ ἐθνικὴ θρησκεία, ὅπως τὸ Δωδεκάθεο τοῦ Ὀλύμπου ἦταν ἡ ἐθνικὴ θρησκεία τῶν προγόνων μας. Καὶ ἡ ἐθνικὴ θρησκεία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ξέφτισε καὶ κατέρρευσε μαζί με τὴν ἐθνική τους ἐλευθερία.

Πάνω στὰ κατάρτια τῶν βαρβαρομάχων καραβιῶν τῆς Πόλης κυμάτιζαν τὰ χρυσὰ λάβαρα τῆς Παναγίας, ποὺ ἦταν γιὰ τὸ χριστιανικὸ Κράτος στρατηλάτης μαζi καὶ πολέμαρχος, σὰν τὴν Ἀθηνᾶ. Πρὸς Αὐτήν, πρὸς τὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγό, ἀποτείνεται τὸ θαυμάσιο βυζαντινὸ τροπάριο, ποὺ στὴν πραγματικότητα εἶναι ὁ ἐθνικὸς ὕμνος τοῦ ἀγωνιστικοῦ Βυζαντίου. Καὶ σὰν ἐθνικό μας ὕμνο ἔπρεπε νὰ τὸ κρατήσει καὶ ἡ ἀπελευθερωμένη Ἑλλάδα τοῦ 21 […]. Δεῖτε ὅμως. Αὐτὸ ποὺ δὲν ἔκανε τὸ μεταεπαναστατικὸ Κράτος τὸ ἔκαμε μόνος του ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἔτσι, κάθε φορὰ ποὺ κάποιο μεγάλο ἐθνικὸ γεγονὸς τρικυμίζει στὴν ψυχή μας, τὸ βυζαντινὸ τροπάριο αὐθόρμητα ἀνεβαίνει στὰ χείλη μας καὶ σμίγει μὲ τοὺς στίχους τοῦ Σολωμοῦ. Καὶ πάλι αὐθόρμητα, κάθε φορὰ ποὺ ἕνα ὑπόδουλο τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἑνώνεται μὲ τὴν ἑνιαία ἐλεύθερη πατρίδα, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀλληλοχαιρετᾶται μὲ τὴν θρησκευτικὴ φράση «Χριστὸς Ἀνέστη».

Καὶ προχτὲς ἀκόμα, ὅταν ἡ Ἑλλάδα ἔκαμε τὸ θαῦμα τοῦ 40-41, οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες ἔβλεπαν τὴν Ὑπέρμαχον τοῦ Βυζαντίου νὰ πολεμᾶ ἐπὶ κεφαλῆς των τοὺς κτηνώδεις ἐπιδρομεῖς. Πῆγα καὶ τοὺς εἶδα, ἐκεῖ στὰ χιονισμένα βουνὰ τῆς Ἀλβανίας, αὐτοὺς τοὺς νεαροὺς ἥρωες τῶν ἡμερῶν μας καὶ ὅλοι εἶχαν κρεμασμένη στὸ στῆθος στὸν ὀρθοστάτη τοῦ παγωμένου τους ἀντίσκηνου τὴν εἰκόνα τῆς Βυζαντινῆς Ὑπερμάχου. Σὰν νὰ ἦταν ὄχι πολεμιστὲς τοῦ Γεωργίου τοῦ Β´, ἀλλὰ τοῦ Τσιμισκῆ, τοῦ Βασιλείου τοῦ Βουλγαροκτόνου ἢ τοῦ τελευταίου Παλαιολόγου. Ὡς αὐτὸ τὸ σημεῖο, ἡ Ἐθνική μας ὑπόσταση εἶναι ζυμωμένη μὲ τὴν Ὀρθοδοξία τῆς Πόλης. Καὶ ἦταν πολὺ φυσικό.

Σὰν ἔπεσε τὸ Βυζάντιο, ἡ Ἐκκλησία ἀντικατέστησε τὸν τσακισμένο κρατικὸ ὀργανισμὸ σὰν ὑποκατάστατος μηχανισμὸς τῆς Ἐθνικῆς ἑνότητας. Τὰ σύμβολα τῆς Αὐτοκρατορίας τὰ κράτησε ἡ Ἐκκλησία καὶ τὰ διατήρησε μέσα στοὺς μαύρους αἰῶνες τῆς σκλαβιᾶς. Καὶ μέσα σ᾿ αὐτοὺς τοὺς φοβεροὺς αἰῶνες, αὐτὴ στάθηκε τὸ πνευματικὸ καὶ ἐθνικὸ κέντρο τῆς μαρτυρικῆς φυλῆς. Ἐνάντια στοὺς ἀρχηγούς της ξέσπαγε κάθε ἐπίθεση τῶν ἐχθρῶν του Ἑλληνισμοῦ, τόσο ἀπὸ μέρους τῶν κατακτητῶν, ὅσον καὶ ἀπὸ μέρους τῶν Φράγκων. Καὶ σωστὰ τὰ εἴπανε, πῶς σὲ πολλὲς κρίσιμες ὧρες τὸ ράσο στάθηκε ἡ ἐθνικὴ σημαία τῆς Ἑλλάδας στὰ χρόνια της σκλαβιᾶς. […] Ἂν ὑπάρχουμε σήμερα σὰν Ἑλληνικὴ φυλὴ εἶναι γιατί κρατηθήκαμε ἀπὸ τὰ ἄμφια τῆς θρησκείας μας ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια. Δὲν θὰ ἔβρισκε κανένας ἀρχὴ καὶ τέλος, ἂν ἔλεγε νὰ λογαριάσει τοὺς ἐθνικοὺς ἥρωες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἱερέων ποὺ σφάχτηκαν στὴν Πόλη καὶ σὲ ὅλη τὴν Ἀνατολὴ πρὸ καὶ κατὰ τὴν ὑποδούλωση τοῦ Βυζαντινοῦ Ἑλληνισμοῦ ὡς τὸν Πρωτομάρτυρα τοῦ ‘21, τὸν Πατριάρχη, ὡς τοὺς κληρικοὺς ἐθνάρχες ἱερομάρτυρες τῆς Κυπριακῆς ἐπανάστασης τοῦ ‘21. Καὶ ἀπὸ τὸν Κυπριανὸ ὡς τὸν Μητροπολίτη Σμύρνης. Καὶ ἀπὸ αὐτὸν ὡς τοὺς 230 κληρικούς μας, ποὺ τοὺς σκότωσαν, τοὺς σταύρωσαν, τοὺς ἀνεσκολώπισαν καὶ τοὺς διεπόμπευσαν οἱ κατακτητὲς καὶ οἱ Ἐαμοσλάβοι. Ὅλοι αὐτοὶ ἔγραψαν μὲ τὸ αἷμα τους τὸ «πιστεύω» τῆς ἐθνικοθρησκευτικῆς μας ἑνότητας. Εἶναι ἱστορία γεμάτη ἀπὸ ματωμένα ἄμφια, ἀπὸ ἐμπρησμένες ἐκκλησίες, ἀπὸ μαγαρισμένα εἰκονίσματα.

Εἶναι μία καταπληκτικὴ ἱστορία πολλῶν αἰώνων, τραγουδισμένη μὲ τροπάρια, μὲ ὕμνους, μὲ θρήνους καὶ μοιρολόγια. Και αὐτὰ ἀποτελοῦν ἕνα μέρος ἀπὸ τὴν Ἑλληνοχριστιανική μας παράδοση.

Αρχική σελίδα


Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)