Σὲ ἄθεο θὰ πρότεινα νὰ διαβάσει Πλάτωνα. Ἂν οὔτε ὁ Πλάτων δὲν κατόρθωνε νὰ τοῦ δείξει ὅτι ἀθεΐα καὶ ἀνοησία ταυτίζονται, γιατί θὰ περίμενα νὰ βρεῖ ἀπὸ ἀλλοῦ βοήθεια; Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἂν ἡ προβληματικὴ νοημοσύνη του τὸν ἔκανε νὰ περιφρονήσει τὸν Πλάτωνα, τουλάχιστον θὰ τὸν εἶχα γλυτώσει ἀπὸ τὴν περιφρόνηση τοῦ μείζονος, δηλαδὴ τῆς ἴδιας τῆς Ὀρθοδοξίας.

Πιστοὶ προερχόμενοι ἀπὸ δυτικὲς ἐκφράσεις τοῦ χριστιανισμοῦ ἢ καὶ Ὀρθόδοξοι ἐνδιαφερόμενοι γιὰ τὴν ἰδιαιτερότητα τῆς πίστης τους, πιθανῶς θὰ χρειάζονταν κάποιο βιβλίο ποὺ νὰ συνεκτιμάει (σιωπηλὰ ἔστω) κύριες διαφορὲς Ὀρθοδοξίας καὶ Καθολικισμοῦ ἢ Προτεσταντισμοῦ. Ἕνα τέτοιο βιβλίο εἶναι τοῦ Σμέμαν, Γιὰ νὰ ζήσει ὁ κόσμος. Τὸ βιβλίο τοῦ Σμέμαν ἔχει τὸ ἐπιπλέον καλὸ τῆς ἔμφασης στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία, τὴν ὁποία τείνει κάπως νὰ περιορίζει στὸν ναό, ἀλλὰ τὴν προσλαμβάνει μὲ οὐσία καὶ καλλιεργεῖ προϋποθέσεις νὰ συνειδητοποιήσει κανεὶς γιὰ τὴν πίστη, ὅτι δὲν εἶναι κάτι ποὺ ἐπιβραβεύει τὴν ἀτομικὴ ἄσκηση. Γιὰ τὶς καταβολὲς τῆς χριστιανικῆς καὶ ἰδιαίτερα τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας στὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα, μπορεῖ κανεὶς νὰ διαβάσει τοὺς Ἀρχαίους Ἕλληνες.

Μερικοὶ θεωροῦν τὸν Φλορόφσκυ σημαντικώτερο τοῦ Σμέμαν. Ἂν κριτήριο εἶναι τὸ πλῆθος τῶν συγγραμμάτων εἴτε ἡ ἐπιστημοσύνη ὁ Φλορόσφσκυ ὑπερέχει, ὅμως συχνὰ τείνει σὲ φλυαρία. Ὁ Στανιλοάε εἶναι ἄνισος, κι ἀκόμη ὁδηγεῖται κάποτε σὲ σχολαστικίζουσες διαπραγματεύσεις. Καί οἱ τρεῖς θὰ ἦταν χρήσιμοι, ὥστε ἂν ὁ συνομιλητής μου εἶχε ‘σχολαστικὴ’ φύση πιθανῶς θὰ τοῦ χάριζα τὸν Στανιλοάε ἀντὶ τοῦ Σμέμαν, ἂν εἶχε ἐγκυκλοπαιδικὴ φύση, ἴσως τοῦ χάριζα τὸν Φλορόφσκυ ἀντὶ τῶν ἄλλων δύο.

Σωφρόνιος Σαχάρωφ, ἂν καὶ σύγχρονος, βρίσκεται πλησιέστερα στὴν Βυζαντινὴ παράδοση, τὸ ὁποῖο μπορεῖ κατὰ περίπτωση νὰ λειτουργήσει ὡς πλεονέκτημα ἢ ὡς μειονέκτημα. Γιὰ τὴν ἴδια τὴν βυζαντινὴ παράδοση, ἡ ἀνθολογία καὶ μετάφραση Ὕμνων τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, μεταφέρει τὴν κορυφαία ἐπιδίωξή της, τὴν πιὸ ἄμεση δυνατὴ προσωπικὴ ἐμπειρία τῆς θεότητας. Γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ὅπως συνοψίζεται στὴν ὕπαρξη ἑνὸς σημαντικοῦ Γέροντα καὶ Ἁγίου τῶν ἡμερῶν μας μπορεῖ κανεὶς νὰ δωρίσει τὴν ἀνθολογία τοῦ Πορφύριου Καυσοκαλυβίτη, Τὸ Μυστικὸ εἶναι ἡ Εὐχαριστία.

Πολλὰ θὰ καταλάβαινε κανεὶς ἀπὸ τὴν Βυζαντινὴ Εἰκόνα, σκεπτόμενος ὅ,τι βλέπει ἀλλὰ ἔστω καὶ ἀπὸ μόνη τὴν ὕπαρξή της στὸν ἴδιο χῶρο, ἐφόσον τὴν προσεγγίζει μὲ εὐλάβεια. Χρήσιμα τὰ σχετικὰ βιβλία τοῦ Λόσσκυ καὶ τοῦ Οὐσπένσκυ. Δὲς καὶ τὸ ἀκόλουθο σημείωμα ὡς ἕνα παράδειγμα διδαχῆς ἀπὸ Εἰκόνα.

Ὅμως, τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ἀντικαταστήσει τὴν ζωντανὴ συνομιλία μὲ κάποιον ποὺ γνωρίζει ὅσα θέλουμε νὰ μάθουμε, συνομιλία ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει κανεὶς σὲ ἐνορίες τῆς περιοχῆς του — εἴτε ἀκόμη σὲ φόρουμ στὸ ἴντερνετ, μὲ τὸ ἀναπόφευκτο πάντοτε πρόβλημα ὅτι σπάνιο νὰ βρεθεῖ κατάλληλος συνομιλητής.