Γνώρισα έναν οικογενειάρχη που, όταν μιλούσε, κουνούσε το δάκτυλό του συνέχεια και νευρικά. Μετά και τα παιδιά του, όταν μιλούσαν, κουνούσαν και εκείνα το δάκτυλό τους! Γιατί τα παιδιά παίρνουν όλες τις συνήθειες του πατέρα. Τις αντιγράφουν ακριβώς. Ο σκοπός όμως είναι να παίρνη κανείς μόνον το καλό, γιατί διαφορετικά θα διαιωνίζεται το κακό.

Θυμάμαι έναν που πήγε σε ένα ιδιόρρυθμο Μοναστήρι, αλλά δεν αναπαυόταν. Του λέει ο Γέροντάς του: «Κάθησε, τέκνον μου, θα αλλάξουν τα πράγματα». Και το «τέκνον» του του λέει: «Γέροντα, πώς θ’ αλλάξουν τα πράγματα; Ο υποτακτικός του Γερο-τάδε είναι ακριβώς όπως ο Γερο-τάδε. Ο υποτακτικός του τάδε είναι ακριβώς όπως εκείνος. Οπότε πώς θ’ αλλάξουν τα πράγματα;»

Όταν υπάρχη ένα παλιό κακό σε ένα Μοναστήρι ή σε μια συνοδία και οι υποτακτικοί δεν έχουν την καλή ανησυχία και αντιγράφουν ό,τι βρουν, τότε διαιωνίζεται μια κατάσταση κακή. Ενώ, όταν υπάρχη η καλή ανησυχία στους υποτακτικούς, τότε μπορεί να αλλάξη μια κακή κατάσταση και να γίνη καλή. Έτσι μπορεί να διαιωνισθή και το καλό και το κακό.

Αυτό που έχω καταλάβει, είναι ότι όλα αυτά που έχουμε τώρα, είτε Πατερικά είτε Τυπικά, είναι κουκολόι, δηλαδή σαν μερικά απομεινάρια που μένουν μετά τον τρύγο. Γι’ αυτό πρέπει να προσέξουμε να κρατηθή λίγη μαγιά. Έχουμε χρέος σαν Χριστιανοί και δεν έχουμε δικαίωμα να αφήσουμε μια κακή παράδοση.