Ἂν δὲν ἐρχότανε στὸν κόσμο ὁ Χριστός, ὁ κόσμος δὲ θὰ ὑπῆρχε, γιατὶ θά ‘πρεπε ἢ νὰ χαλάσει ἢ νὰ γίνει σὰν κόλαση.

Ποιός ἠμπορεῖ νὰ μὴ θαυμάσει καὶ νὰ μὴν ἀγαπήσει μιὰ θρησκεία, ποὺ γνωρίζει κατάβαθα τὰ μυστήρια, τὰ ὁποῖα, ὅσο πιὸ πολὺ φῶς ἔχει μέσα του ὁ ἄνθρωπος, τόσο περισσότερο τὰ βλέπει;

Ἀπ’ ὅλα μαζὶ τὰ χτίσματα, δὲ θὰ μποροῦσε νὰ βγεῖ ποτὲς μιὰ μικρὴ σκέψη. Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο, κ’ εἶναι ἐνέργεια κάποιας ἄλλης τάξης. Ἀπ’ ὅλα τὰ χτίσματα κι ἀπὸ τὶς ψυχὲς δὲ θὰ μποροῦσε νὰ βγεῖ ποτὲς ἕνα σκίρτημα τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης γιὰ τὸ Θεό. Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο, κι εἶναι ἐνέργεια κάποιας τάξης ὑπερφυσικῆς.