Διάβαζα τὸ βιβλίο τοῦ Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς Νικόλαου, Ἐλεύθεροι ἀπὸ τὸ γονιδίωμα. Πρόκειται γιὰ συλλογὴ κειμένων περὶ ζητημάτων βιοηθικῆς ποὺ ὁ συγγραφέας προσπαθεῖ νὰ σκεφτεῖ ὑπὸ τὸ φῶς ὀρθόδοξων προϋποθέσεων.

Σύμφωνα μὲ τὸν τίτλο κεντρικὴ θέση στὴν συλλογιστικὴ κατέχει ἡ ἐλευθερία, ἡ ὁποία νοεῖται ὡς ἀποδέσμευση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν γονιδιακή του σύσταση. Θὰ μποροῦσε ὁ συγγραφέας νὰ εἶχε ἀποφύγει τὴν ἀπροσεξία, ὄχι μόνο μέσα ἀπὸ τὴν κοινὴ λογική, ἀλλὰ καὶ ἀξιοποιῶντας τὴν πατερική μας γραμματεία, ἤδη τὴν ἀρχαία ἑλληνική — ἂν σκεφτόταν γιὰ παράδειγμα τὸν Τίμαιο τοῦ Πλάτωνα — τὸ Περὶ Κατασκευῆς τοῦ Ἀνθρώπου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ἀναλογιζόμενος τὴν ἑρμηνεία ποὺ συμβαίνει στὰ ἔργα αὐτὰ τῶν σχετικῶν ἰδιοτήτων τῆς ἀνθρώπινης φύσης ὡς βοηθητικῶν τῆς ἐλευθερίας, ὄχι ὡς ἐμποδίων της. Ἀκόμη καὶ ὅσα φαίνονται ἁπλὸς ‘προγραμματισμὸς’ τοῦ ἀνθρώπου, στὴν πραγματικότητα συντελοῦν γιὰ τὸ ἀντίθετο, γιὰ τὴν πραγμάτωση τῆς ἐλευθερίας. Δὲν χρειάζεται λοιπὸν ἁπλὴ ἀποδέσμευση, ἀλλὰ ἑρμηνεία καὶ ἀξιοποίηση τῆς γονιδιακῆς τάξης, ἐκμετάλλευση τῶν ἰδιοτήτων της γιὰ νὰ ἀντλοῦνται πνευματικὲς ἐπιγνώσεις.

Γιὰ παράδειγμα, τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ἀδέλφια ἔχουν φυσιογνωμικὴ συγγένεια μεταξύ τους καὶ μὲ τοὺς γονεῖς τους, μολονότι στὴν βούληση, τὴν διάθεση, τὴν σκέψη μπορεῖ νὰ διαφέρουν ἀκόμη καὶ τελείως, δὲν ἀποτελεῖ τυχαία συνέπεια συγκεκριμένης γονιδιακῆς ταυτότητας, οὔτε ἐκδήλωση ἰδιοτροπίας τοῦ Δημιουργοῦ ὁ ὁποῖος ἐν τέλει εὐθύνεται γιὰ τὴν ταυτότητα αὐτή.

Ἂν μή τι ἄλλο, ἡ φυσιογνωμικὴ συγγένεια ἐμποδίζει τὴν ἐλευθερία νὰ ταυτίζεται μὲ τὴν ἀσυναρτησία: δὲν χρειάζεται νὰ μή μοιάζεις μὲ κανένα γιὰ νὰ εἶσαι ἐλεύθερος. Ἐπιπλέον, ὅταν τὰ παιδιὰ συνειδητοποιοῦν διαφορὲς μὲ τοὺς γονεῖς στὸν χαρακτῆρα, ἡ φυσιογνωμικὴ συγγένεια ὑπενθυμίζει τὴν ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴν σχέση τῶν γονιῶν μεταξύ τους, ἡ ὁποία κατὰ κανόνα ἢ ἔστω μόνο ἐνδεχομένως θεμελιώνεται στὴν ἀμοιβαία ἐπιλογή, καὶ στὴν σχέση τῶν ἴδιων μὲ τοὺς γονεῖς, ἡ ὁποία θεμελιώνεται στὴν ἀπόφαση τῶν γονιῶν ἀναγκαῖα καὶ ἀποκλειστικά. Ἡ προέλευση τῆς μορφῆς τους συμβολίζει τὴν ἐξάρτησή τους ἀπὸ τὴν σεξουαλικὴ συνεύρευση τῶν γονέων.

Ἂν ὅλων προηγεῖται ἡ ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ νὰ δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο, τότε ἡ φυσιογνωμικὴ συγγένεια ἐνδέχεται νὰ διευκολύνει ἐπίσης τὸ συμπέρασμα ὅτι κάθε ἄνθρωπος ἔχει μιὰ ὁμοιότητα πρωταρχικὰ μὲ τὸν Θεὸ μόνο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ὅλοι προερχόμαστε, καὶ ὅτι ἀκόμα καὶ ἡ πρωταρχικὴ αὐτὴ καὶ ὕψιστη ὁμοιότητα δὲν καθορίζει τὸν χαρακτῆρα.

Μὲ τοὺς τρόπους αὐτοὺς καὶ παρόμοιους ἡ κληρονομικὴ ὁμοιότητα τῶν παιδιῶν μὲ τοὺς γονεῖς τους, πολὺ πέρα ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι βιολογικὴ ἀνάγκη ποὺ ἐμποδίζει τὴν ἐλευθερία, παιδαγωγεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ καταλαβαίνει στὸν Θεὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας του ἀπρόσβλητης καὶ ἀκέραιης, μέσα καὶ πέρα ἀπὸ κάθε δεδομένη συγγένεια μαζί Του.

Ἂς ἔχουμε τὶς προϋποθέσεις αὐτὲς κατὰ νοῦ ὅπως ἐρχόμαστε νὰ σκεφτοῦμε ἕνα ἀπὸ τὰ κείμενα ποὺ περιέχει τὸ βιβλίο τοῦ ἐπισκόπου Μεσογαίας, μὲ τίτλο «Φυσιολογία τῆς ἀναπαραγωγῆς καὶ θεολογία τῆς ἀνθρώπινης ἀρχῆς». Διαβάζω ἐκεῖ ὅτι «κάθε φορὰ ποὺ δύο σύζυγοι συνέρχονται, ἱερουργοῦνται δύο μυστήρια: τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης — ποὺ δύο ἀνθρώπους τοὺς ἑνώνει ‘εἰς σάρκα μίαν’ καὶ καθιστᾶ τὴν ἀγάπη τους ὁλοκληρωμένη (ψυχοσωματικὴ) — καὶ τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς — ἀφοῦ ἡ σεξουαλικὴ ἕνωση τῶν συζύγων ἔχει ἐνδεχόμενο τὴ ζωή, δηλαδὴ τὴν ἀρχὴ μιᾶς νέας ἀθάνατης ψυχῆς.»