Πουθενὰ στὴν ἁγία Γραφὴ δὲν δηλώνεται πὼς ἡ σεξουαλικὴ ὁρμὴ ὑπάρχει μὲ σκοπὸ τὴν τεκνοποιΐα. Τὸ ἀντίθετο, δηλαδὴ ὅτι ἡ τεκνοποιΐα εἶναι μᾶλλον παρενέργεια τῆς σεξουαλικῆς συνεύρευσης, φαίνεται πιὸ πιθανό, γιὰ παράδειγμα στὸν Ἀπόστολο, ὁ ὁποῖος ἐγκρίνει τὸν γάμο γιὰ τὴν ἀγάπη μεταξὺ τῶν δύο ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν τεκνοποιΐα, καὶ μαζὶ ὡς τρόπο ἱκανοποιήσεως τῆς σεξουαλικῆς ὁρμῆς μὲ ἀποφυγὴ τῆς πορνείας.

Διαβάζω ἔπειτα πὼς «τὴ στιγμὴ ποὺ [οἱ σύζυγοι] ἀντιπροσφέρουν τὰ γεννητικὰ κύτταρά τους, χάνουν καὶ τὸ αὐτεξούσιό τους, διότι χαρίζουν ἀπ’ αὐτὸ στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐνδεχομένως θὰ προέλθει ἀπὸ τὴ συγκεκριμένη σχέση τους»! Ὅμως οἱ σύζυγοι δὲν μποροῦν νὰ προσφέρουν τὴν ἐξουσία τους σὲ ἀφηρημένο ἐνδεχόμενο, οὔτε κἂν στὴν πραγματικὴ ὕπαρξη τοῦ παιδιοῦ τους — τὴν ἐξουσία πού, ὑποτίθεται, ἔχουν ἤδη χάσει στὴν μεταξύ τους σχέση ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν τεκνοποιΐα, ἐφόσον ὁ ἄνδρας δὲν ἐξουσιάζει τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ ἡ γυναίκα, καὶ ἀντίστοιχα ἡ γυναίκα δὲν ἐξουσιάζει τὸν ἑαυτό της, ἀλλὰ ὁ ἄνδρας.

Τὸ ζευγάρι ὅταν εἶναι πραγματικό, εἶναι ὁλοκληρωμένο καὶ δὲν ἔχει νὰ χάσει ἢ νὰ κερδίσει τὸ παραμικρὸ ἀπὸ τὴν ὕπαρξη ἢ τὴν ἀνυπαρξία τέκνων. Οἱ γόνοι τῆς οἰκογένειας καλοῦνται ἐν καιρῷ καὶ ἐνδεχομένως νὰ παραλάβουν καὶ ἐπαναλάβουν τὴν ἴδια ὁλότητα, ἂν ὑπάρχει, ὄχι νὰ τῆς προσφέρουν. Ὅμως τὸ παιδὶ ἀρχικῶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιπροσφέρει τὴν ἐξουσία του, ἐνῶ ἐνδέχεται ἀκόμη καὶ νὰ ἀπορρίψει τὴν σχέση μὲ τοὺς γονεῖς του μεγαλώνοντας. Στὴν πνευματικὴ σχέση ὑπάρχει ἀμοιβαιότητα, ἢ ἀλλιῶς δὲν ὑπάρχει ἡ σχέση.

Προσπερνῶ τάχιστα τὶς ἑπόμενες σελίδες τοῦ ἀπρόσεκτου αὐτοῦ κειμένου ἑνὸς καλοῦ ἐπισκόπου, ἐλπίζοντας ὅτι ὅσα εἰπώθηκαν δίνουν νήματα καὶ ἀρχὲς γιὰ νὰ προσεγγίσει κανεὶς τὸ ὑπόλοιπο.