Ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι κάτι δευτερεῦον στὴν πίστη. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν προχωράει μὲ τὴν καρδιά του ἀλλὰ ὑποτάσσεται στὸ δέον, δημιουργεῖ τὴν πίστη σὰν μιὰ ξένωση, ἑπομένως αὐταπάτη.

Ἤδη στὶς ἀρχὲς τῆς Ἐκκλησίας, ὁρισμένοι ἀντιτάχθηκαν στὸν νηπιοβαπτισμό, νομίζοντας ὅτι ὁ σεβασμὸς τῆς ἐλευθερίας ἐπιβάλλει τὴν δυνατότητα γιὰ βάπτιση σὲ ἡλικία ὅπου τὸ ἔχει ἀποφασίσει ὁ βαπτιζόμενος. Ἡ τάση αὐτή, ποὺ προφανῶς δὲν ἐπικράτησε, ἀνεδείχθη καὶ ἔγινε ἀποδεκτὴ αἰῶνες μετά, στὸν προτεσταντισμό. Μάλιστα ὅταν ἔχει γίνει συνειδητὸ πὼς ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ καρδιὰ τῆς πίστης, ἡ ἀντιπαράθεση στὸν νηπιοβαπτισμὸ μοιάζει εὔλογη, καὶ ὅσο παρατηρεῖ κανεὶς ἀπὸ ἀπόσταση, παραμένει εὔλογη.

Ὁ νηπιοβαπτισμὸς ἐπιτρέπει στοὺς γονεῖς νὰ μεταδώσουν στὰ παιδιά τους τὴν πίστη ποὺ συμμερίζονται οἱ ἴδιοι. Ὅμως δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ  κάνουν καὶ μιλῶντας, καθοδηγῶντας, συμβουλεύοντας, ἔστω χωρὶς νὰ ἔχει προηγηθεῖ βάπτιση, ἐφόσον τὸ παιδὶ μεγαλώνει μαζί τους, ἕως ὅτου φθάσει καὶ σὲ ἡλικία ὅπου, ὑποτίθεται, εἶναι ὥριμο νὰ ἐπιλέξει ἂν θὰ βαπτισθεῖ;

Ἡ προστασία τῆς ἐλευθερίας, μὲ τὰ κριτήρια ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ ἀρνούμενοι τὸν νηπιοβαπτισμό, θὰ ἀπαγόρευε στοὺς γονεῖς κάθε συζήτηση περὶ θρησκείας, καὶ προφανῶς θὰ ὄφειλε νὰ τοὺς ὑποχρεώσει οὔτε κἂν νὰ προσεύχονται οἱ ἴδιοι μπροστὰ στὸ παιδί τους, νὰ μήν πηγαίνουν στὴν Ἐκκλησία, ἐφόσον τὸ δικό τους ἰδίως παράδειγμα θὰ ἰσοδυναμοῦσε μὲ κατήχηση καὶ ἀθέμιτη ἐπίδραση στὴν συνείδηση τῶν παιδιῶν τους στὶς μικρὲς πάντως ἡλικίες.

Φανερὸ ὅτι τὰ πράγματα ἔτσι ὁδηγοῦνται σὲ παραλογισμό — στὸν παραλογισμὸ ἀκριβῶς ποὺ ἐμψυχώνει τὴν σημερινή, προτεσταντικῆς φύσεως, πολιτικὴ ὀρθότητα καὶ πολυπολιτισμικότητα.

Ἀντιστοίχως, ἡ ἀποδοχὴ τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ ἴσως μοιάζει ἀντιφατική, μάλιστα ὅταν ὑπάρχει ἡ μεγάλη ἔμφαση ποὺ δίνει ἡ Ὀρθοδοξία στὴ σημασία τῆς ἐλευθερίας.

Ὁ νηπιοβαπτισμὸς ἐμπιστεύεται προκαταβολικὰ στὰ παιδιὰ μία περιουσία, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως θὰ εἶχαν, ἐφόσον θὰ μεγάλωναν σὲ χριστιανικὴ οἰκογένεια. Μέσα ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς συμβουλὲς τοῦ Εὐαγγελίου γιὰ τὴν σημασία τῆς ἐλευθερίας, ὁ χριστιανισμὸς ἐξωθεῖ τὰ παιδιὰ νὰ πάρουν προσωπικὴ συνειδητὴ θέση, ἂν ἐνδιαφέρονται νὰ διαμορφώσουν γνήσια συνείδηση, διαφορετικὰ οὕτως ἢ ἄλλως τὸ θέμα δὲν τὰ ἀφορᾶ. Τὸ Μυστήριο τῆς Βάπτισης δὲν ἐνεργεῖ μηχανικά, δὲν ἔχει καμμιὰ ἀπολύτως ἀξία, οὔτε τὴν παραμικρή, ἂν ὅποιος βαπτίσθηκε δὲν ἀποκτήσει ζωντανὴ πίστη μὲ τὴν ἐλευθερία του.

Ἡ ἄρνηση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ προτάσσει τὴν οὐτοπία, ὅτι εἶναι δυνατὸ τὰ παιδιὰ νὰ μεγαλώσουν περίπου σὲ πνευματικὸ κενό, ἕως ὅτου ἔρθουν σὲ ἡλικία θρησκευτικῶν ἀποφάσεων, τὶς ὁποῖες θὰ πάρουν μὲ τὰ πιὸ αὐθαίρετα δυνατὰ κριτήρια. Ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸν ρεαλισμὸ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τὴν οὐτοπία τοῦ προτεσταντισμοῦ εἶναι χαρακτηριστικὴ γιὰ τὴν κρισιμότητα τῶν πρακτικῶν συνεπειῶν της, ἂν προσέξει κανεὶς τὴν θρησκευτικὴ πνευματικότητα σὲ σχέση μὲ τὴν οἰκογένεια.

Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν λησμονεῖ ὅτι γιὰ τὸν Θεὸ οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ (Γαλ. 3.28), καὶ ὅμως ἐπιτρέπει τὸν γάμο, καὶ πάλι δὲν λησμονεῖ ὅτι ὁ Χριστὸς ἦρθε νὰ φέρει πνευματικὸ πόλεμο (οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἀλλὰ μάχαιραν), νὰ διασπάσει τὴν οἰκογένεια (διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς), τόσο βαθειὰ καὶ ἀπόλυτα, ὥστε οἱ οἰκογενειακὲς σχέσεις νὰ μεταστραφοῦν σὲ ἐχθρικὲς σχέσεις (καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦΜατ. 10.34 κ.ἑ), καὶ ὅμως ἐπιτρέπει τὴν οἰκογένεια, μέσα στὴν ὁποία συντελεῖται ἐπίσης ὁ νηπιοβαπτισμός. Τί σημαίνει αὐτό;