283 Φλασελιέρ, Ὁ δημόσιος καὶ ἰδιωτικὸς βίος τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ὅ.π., σ. 158.

284 Θέση τὴν ὁποία ἀπέκτησε ἀργότερα καὶ ὁ πάπας — ὅμως ἦταν ἀκριβῶς μιὰ ἰδεολογικὴ ‘θέση’: δὲν εἰκόνιζε τὴν πνευματικότητα τῆς κοινωνίας. Τὸ (φαινομενικὰ ἴσως ἄσχετο μὲ τὶς ἐξελίξεις αὐτὲς) λάθος τοῦ παπισμοῦ εἶχε συμβεῖ πρὸ πολλοῦ καὶ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἀντιστραφεῖ μὲ ἀστυνομικοῦ τύπου παρεμβάσεις. Ὁ Φλορόφσκυ (Χριστιανισμὸς καὶ πολιτισμός, ὅ.π., σ. 175) ἀπορεῖ, “ποιά ἄλλη εὐκαιρία ἔχει ἡ Ἐκκλησία [ὁ κλῆρος] νὰ ἐπιβάλλει [sic] τὶς ἀπόψεις της ἐκτὸς ἀπὸ τὴν διδασκαλία καὶ τὴν παραίνεση; Ἡ πολιτεία οὐδέποτε ἀγαπᾶ τὴν κριτικὴ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία [τὸν κλῆρο], ἐκτὸς κι ἂν ἡ ἴδια ἡ πολιτεία εἶναι ἀπροκάλυπτα χριστιανική.” Ὅμως ἡ Ἱεραρχία δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλει, οὔτε κἂν νὰ συμβουλεύει καὶ προτείνει, αὐτὸ στὸ ὁποῖο δὲν μπόρεσε νὰ ἔχει ἤδη μυήσει τὴν κοινωνία.

285 Βλ. Γκ. Κλάρκ – Στ. Πίγκοτ, Προϊστορικὲς κοινωνίες, μτφρ. Ἀγγέλα Ταμβάκη, Ἀθήνα 1980, σ. 193 κ.ἑ.

286 Λίλλεϋ, Technological Progress, σ. 188 — παραθέτει ὁ Τσιπόλα, Ἡ Εὐρώπη πρὶν ἀπὸ τὴ βιομηχανικὴ ἐπανάσταση, μτφρ. Π. Σταμούλης, Ἀθήνα 1988, σ. 219, παραπέμποντας ἐπίσης στὸν Γκούλντ, Economic Growth, σ. 327 κ.ἑ.

287 Πρβλ. Ἡσιόδου Ἀποσπάσματα, ἀπ. 204, ὅπου ὁ Δίας ἀποφασίζει νὰ πάρει ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ τοὺς ἡμίθεους, γιὰ νὰ προφυλάξει τὰ παιδιὰ τῶν θεῶν, νὰ μή βλέπουν τὸν θάνατο τῶν ἀνθρώπων.

288 Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, PG 91, 1156.

289 Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ὁμιλία κθ΄, Περὶ τῆς κατὰ Θεὸν λύπης, PG 151, 376.

290 Καστοριάδης, Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ δημοκρατία…, ὅ.π., σ. 23.

291 Ζιγκόν, “Ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας”, μτφρ. Μαρία Μέντζου, ἀπὸ τὴν συλλογὴ Οἱ Προσωκρατικοί κείμενο καὶ μετάφραση, Ἀθήνα 1984, σ. 51.

292 Καστοριάδης, Οἱ ὁμιλίες στὴν Ἑλλάδα, ὅ.π., σ. 24.

293 Ζιγκόν, “Ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας”, ὅ.π., σελ. 56–58.

294 DK 21. Θεαζούσης: ἔνθεης, προφητικῆς, θεολογικῆς.

295 Ζιγκόν, “Ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας”, ὅ.π., σ. 61.

296 Ἐλύτης, Τὸ Ἄξιον Ἐστί (Τὰ Πάθη, ΙΕ΄), Ἀθήνα 198013, σ. 62.

297 Τὸ μηδὲν προκύπτει ὡς θεμέλιο Χάος, καθαρὴ δύναμη, ἀπολύτως ἄδεια ἀπὸ ὅλες τὶς μορφές, σχέσεις, ὑπάρξεις καὶ καταστάσεις, “ἕνα ποιοτικὸ τίποτε, ποὺ ἔχει ἀπὸ τὴν φύση του τὴν δυνατότητα νὰ γίνει τὰ πάντα” (Ζιγκόν, “Ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας”, ὅ.π., σ. 73). Ἀκόμα καὶ ἡ ἐτυμολόγηση ἀπὸ τὸ χεῖσθαι δείχνει πὼς τὸ Χάος δὲν εἶναι ἄναρχο (πρβλ. τὸν Ἀχιλλέα Τάτιο, Εἰσαγωγὴ εἰς τὰ Ἀράτου φαινόμενα, PG 19, 940), ἐνῷ τὸ φέρει ἐγγύτερα στὸν ὁμηρικὸ Ὠκεανό.

298 Ἡσιόδου Ἔργα καὶ ἡμέραι, στ. 718, Θεογονία, στ. 21, κ.ἀ.

299 Ἡσιόδου Θεογονία, στ. 117.

300 Ὅ.π., στ. 300.

301 Ὅ.π., στ. 372–3.

302 Ὅ.π., στ. 700.

303 Ὅ.π., στ. 535.

304 Ἡ ὁποία δὲν συγκροτεῖ “ἕνα πεδίο σκέψης ἐξωτερικὸ καὶ ξένο πρὸς τὴν θρησκεία”, ὅπως κακῶς ἰσχυρίζεται ὁ Βερνάν, Οἱ ἀπαρχὲς τῆς ἑλληνικῆς σκέψης, μτφρ. Ε. Κακοσαίου–Νικολούδη, Ἀθήνα 1992, σ. 23.

305 Ἰλιάδα Η 446.

306 Κόρνφορντ, Ἡ ἄγραφη φιλοσοφία, μτφρ. Στ. Ροζάνης, Ἀθήνα 1976, σελ. 10–11.

307 Πόση ἀπογοήτευση δὲν ἐπιφυλάσσει, γιὰ παράδειγμα, ὁ Παπαρρηγόπουλος (Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, βιβλ. 1, Ἀθήνα 1969, σ. 13), στὴν ἴδια τὴν ἔναρξη τοῦ ἔργου του ἀπίστευτα ἀπρόσεκτος, νομίζοντας ὅτι “αἱ δημώδεις τοῦ ἔθνους παραδόσεις ἤρχιζον ἀπὸ ἀφελῶν τινων κοσμογονικῶν δοξασιῶν…”, ὡς ἐὰν ἦταν δυνατὸ ἡ σοφία νὰ ἀρχίζει στὴν ἀφέλεια.