Στὸν βαθμὸ ποὺ νομίζει κανεὶς ὅτι κυριότητα ἔχει μιὰ ψευδο–μετριοφροσύνη, καλλιτεχνικὲς φιλοδοξίες καὶ εὐφάνταστες θεωρίες ὑπὸ ἐπικλήσεις Θεοῦ–προσχήματος, ἑπόμενο νὰ μοιάζει ἀντιφατικὸ καὶ τὸ πιὸ φυσιολογικό: “ἡ ἀρχικὴ σκέψη, ὅτι ἡ γνώση γιὰ τὴν ἀπαρχὴ τοῦ κόσμου εἶναι τελείως ἀδύνατη χωρὶς τὴν θεϊκὴ βοήθεια, ἀντιφάσκει φανερὰ στὴν σιγουριά, μὲ τὴν ὁποία ὁ συγγραφέας [ὁ Ὅμηρος] παρουσιάζει τὶς θεωρίες του [sic] στὰ κατοπινὰ κομμάτια τοῦ ποιήματος”.[295] Τὸ ἴδιο ‘παράδοξο’, ποὺ ἀδύνατο νὰ καταλάβει ὁ ἀνθρωπισμὸς χωρὶς ἄνθρωπο, δὲν ἀπουσιάζει τελείως οὔτε ἀπὸ τὴν πρόσφατη (χρονολογικῶς) ἑλληνικὴ ποίηση. Διαβάζω, γιὰ παράδειγμα, στὸν Ἐλύτη: Ἰδοὺ ποὺ ἐσὺ μιλεῖς κι ἐγὼ ἀληθεύω.[296]

Στὸν ὁμηρικὸ οὐρανὸ τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας τὸ γιατί τῶν Θεῶν, ὅπως τὸ περιέγραφαν οἱ μυθοφιλοσοφικὲς Θεογονίες, σήμαινε ἀμέσως κρίσιμες διαστάσεις τῆς ἀπαντήσεως στὸ γιατί τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου. Τὶς διαστάσεις αὐτὲς εἶχε νὰ ἀνιχνεύει καθένας προσωπικὰ στὴν ζωή του, ἀκόμη καὶ ‘ἐγκαταλείποντας’ τὶς μυθολογικὲς διηγήσεις, οἱ ὁποῖες, ἄλλωστε, μεταμορφώνονταν στὴν μεταομηρικὴ καὶ μεταησιόδειο ποίηση καὶ μυθολογία (στὴν ἴδια τὴν φιλοσοφία: οἱ περισσότεροι καὶ πιὸ σημαντικοὶ προσωκρατικοί, καὶ ἀκόμη ὁ Πλάτων, ποιητεύουν καὶ μυθολογοῦν τόσο ἰσχυρὰ ὅσο φιλοσοφοῦν), μὲ ὅλες τὶς διαστάσεις τῆς σκέψης ἑνωμένες στὴν πράξη, μὲ ἐπίκεντρο συνεχῶς πιὸ ἔντονα τὴν προσωπικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεό, τὶς προοπτικὲς καὶ προγεύσεις τοῦ κόσμου τοῦ θεούμενου ἀνθρώπου. Εἶναι ἀδύνατο νὰ πεῖ κανείς, χωρὶς νὰ τἄχει χαμένα, ὅτι καὶ οἱ Θεοὶ πείθονται ἀπὸ τὴν ἀνάγκη, ἐκτὸς ἂν βλέπει Θεὸ στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο.

Γιὰ παράδειγμα ὁ Ἡσίοδος, διδάσκοντας ὅτι γεννήθηκε τὸ Χάος χωρὶς γεννήτορα,[297] ἡ Γῆ μέσα ἀπὸ τὸ Χάος, καὶ κατόπιν ὅλα καὶ οἱ Θεοί, σημαίνει τὴν ἀκαταληψία καί τὴν τυραννία της, ἀλλὰ σημαίνει ἐπίσης ἄπειρη τὴν θεία ὅσο καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση, δηλαδὴ οὐσιώδη ἰσοσθένεια Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Αὐτὸ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μὴν εἶναι τελείως τρελὸ (μὲ κριτήρια τοῦ ἴδιου τοῦ Ἡσίοδου, γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ Θεοὶ μόνο εἶναι οἱ αἰὲν ἐόντες[298]), ἂν ὁ ἴδιος καὶ ὅσοι τὸν ἄκουγαν εἶχαν γιὰ τὸν ἄνθρωπο τὴν ἰδέα ἀνθρωπάκου καὶ ὄχι τὸ Πρόσωπο τοῦ Ἀχιλλέα ἢ τῆς Ἑλένης, ἂν εἶχαν γιὰ τὴν Γῆ τὴν ἰδέα χωμάτων καὶ βούρκων ἀντὶ γιὰ θεμέλιο ὅλων παντοτινὰ ἀσφαλές,[299] δηλαδὴ τὸ ἴδιο τὸ Εἶναι ἔνσαρκο, ἅγιο καὶ ζωοποιό, ζάθεη Γῆ,[300] ὥστε Θεοὶ καὶ Ἄνθρωποι νὰ μοιράζονται τὴν ἴδια Φιλία καὶ τὸ ἴδιο Φῶς[301] μέσα στὴν κοινή τους Φανέρωση, καὶ ἀκόμη πιὸ πρωταρχικὰ νὰ μοιράζονται τὴν Νύχτα καὶ τὴν Ἄβυσσο,[302] ἑπομένως νὰ μποροῦν ἐπίσης νὰ συγκρίνονται.[303] Οὔτε αὐτό, οὔτε ἡ λεγόμενη ‘φυσικὴ’ φιλοσοφία τῆς Ἰωνίας,[304] δὲν μποροῦν νὰ νοηθοῦν ἔξω ἀπὸ τὴν δήλωση τοῦ ὁμηρικοῦ Ποσειδῶνα, οἱ θνητοὶ κατοικοῦν σὲ ἄπειρη γῆ.[305]

“Ἀκόμα καὶ ἡ ἐπιστήμη τῆς φύσεως προχωροῦσε μὲ τὶς λιγώτερες δυνατὲς ἀναφορὲς σὲ παρατηρήσιμα γεγονότα. Στὴν πραγματικότητα καταπιάνονταν ἐξ ἀρχῆς μὲ γεγονότα ποὺ δὲν μποροῦσαν ποτὲ νὰ παρατηρηθοῦν, ὅπως ἡ καταγωγὴ τοῦ κόσμου, πρὶν ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου”.[306]

Θεοὶ ποὺ διαδέχονται καὶ μάχονται Θεούς, ἡ ὅλη δίκη ἔρις τῆς ἀρχαίας Θεογονίας δὲν συμφέρει νὰ ἀντιμετωπίζεται ὡς ὀνειροφαντασία ἀξιοπεριφρόνητη γιὰ τὴν χριστιανικὴ ἐποχή, ἀλλὰ νὰ γίνεται ἀντιληπτὴ στοὺς δικούς της ὅρους.[307] Οἱ δικοί της ὅροι εἶναι, ὅτι ἐφόσον ὑπάρχει ζωντανὰ καὶ πραγματικὰ ἰσοθεΐα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ὁποῖο μποροῦσε νὰ συμβαίνει ἐπειδὴ ἡ ἰσχὺς δὲν εἶχε κεντρικὴ θέση στὴν ἀντίληψη τῆς Θεότητας, ἂν ὁ ἄνθρωπος πάσχει δὲν εἶναι δυνατὸ παρὰ νὰ πάσχει καὶ ὁ Θεός.