Διηγεῖται ὁ Ἡρόδοτος.

Τα βόδια δεν έφταναν στην ώρα τους από το χωράφι, και καθώς ο χρόνος δεν τους έφθανε να περιμένουν, μπήκαν οι ίδιοι οι νέοι κάτω από το ζυγό και έσερναν το αμάξι, ενώ πάνω του βρισκόταν η μητέρα τους. Κι αφού έσυραν το φορτίο τους σαρανταπέντε στάδια [περ. 8 χιλ.], έφτασαν στο Ιερό.

Το κατόρθωμά τους, που το είδε όλος ο μαζεμένος κόσμος στο πανηγύρι, το επισφράγισε λαμπρά το τέλος της ζωής τους, και έδειξε στην περίσταση αυτή ο Θεός πόσο είναι για τον άνθρωπο καλύτερο να πεθαίνει παρά να ζει.