Μία μέρα πέρασε ἀπὸ τὸ Καλύβι ἕνας γιατρός ποὺ ζῆ στὴν Ἀμερική καὶ μοῦ ἔλεγε γιὰ τὴν ζωή ἐκεῖ πέρα. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ κατήντησαν μηχανές, ὅλη μέρα δουλεύουν. Κάθε μέλος τῆς οἰκογενείας πρέπει νὰ ἔχη δικό του αὐτοκίνητο.

Ὕστερα στὸ σπίτι, γιὰ νὰ κινῆται ὁ καθένας ἄνετα, πρέπει νὰ ἔχουν τέσσερις τηλεοράσεις. Καὶ δώσ’ του καὶ δουλεύουν καὶ κουράζονται, γιὰ νὰ βγάλουν πολλά χρήματα, γιὰ νὰ ποῦν πώς εἶναι τακτοποιημένοι καὶ εὐτυχισμένοι. Ἀλλά τί σχέση ἔχουν ὅλα αὐτὰ μὲ τὴν εὐτυχία;

Τέτοια ζωή γεμάτη ἄγχος καὶ μὲ ἕνα συνεχές κυνηγητό δὲν εἶναι εὐτυχία, εἶναι κόλαση. Τί νὰ τὴν κάνης τὴν ζωή μὲ τέτοιο ἄγχος; Ἄν ἔπρεπε ὅλος ὁ κόσμος νὰ ζῆ τὴν ζωή αὐτή, δὲν θὰ τὴν ἤθελα.