Μία μέρα πέρασε ἀπὸ τὸ Καλύβι ἕνας γιατρός ποὺ ζῆ στὴν Ἀμερική καὶ μοῦ ἔλεγε γιὰ τὴν ζωή ἐκεῖ πέρα. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ κατήντησαν μηχανές, ὅλη μέρα δουλεύουν. Κάθε μέλος τῆς οἰκογενείας πρέπει νὰ ἔχη δικό του αὐτοκίνητο.

Ὕστερα στὸ σπίτι, γιὰ νὰ κινῆται ὁ καθένας ἄνετα, πρέπει νὰ ἔχουν τέσσερις τηλεοράσεις. Καὶ δώσ’ του καὶ δουλεύουν καὶ κουράζονται, γιὰ νὰ βγάλουν πολλά χρήματα, γιὰ νὰ ποῦν πώς εἶναι τακτοποιημένοι καὶ εὐτυχισμένοι. Ἀλλά τί σχέση ἔχουν ὅλα αὐτὰ μὲ τὴν εὐτυχία;

Τέτοια ζωή γεμάτη ἄγχος καὶ μὲ ἕνα συνεχές κυνηγητό δὲν εἶναι εὐτυχία, εἶναι κόλαση. Τί νὰ τὴν κάνης τὴν ζωή μὲ τέτοιο ἄγχος; Ἄν ἔπρεπε ὅλος ὁ κόσμος νὰ ζῆ τὴν ζωή αὐτή, δὲν θὰ τὴν ἤθελα.

Ἄν ὁ Θεὸς ἔλεγε σ’ αὐτούς τούς ἀνθρώπους: «Δὲν σᾶς τιμωρῶ γιὰ τὴν ζωή ποὺ ζῆτε, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀφήσω αἰώνια νὰ ζῆτε ἔτσι», αὐτὸ γιὰ μένα θὰ ἦταν μία μεγάλη κόλαση.

 

 

Γι’ αὐτὸ καὶ πολλοί ἄνθρωποι δὲν ἀντέχουν νὰ ζοῦν μέσα σὲ τέτοιες συνθῆκες καὶ βγαίνουν ἔξω στὴν ὕπαιθρο χωρίς κατεύθυνση καὶ σκοπό. Σχηματίζουν ὁμάδες, ἔξω στὴν φύση, ἄλλοι μὲ πρόγραμμα τὴν γυμναστική, ἄλλοι μὲ κάτι ἄλλο.

Μοῦ εἶπαν γιὰ μερικούς ποὺ βγαίνουν στὴν ὕπαιθρο καὶ τρέχουν ἤ φεύγουν στὰ βουνά καὶ ἀνεβαίνουν σὲ ὕψος 6.000 μ. Κρατοῦν τὴν ἀναπνοή τους καὶ ἔπειτα τὴν ἀφήνουν καὶ πάλι εἰσπνέουν βαθιά… Χαμένα πράγματα. Αὐτὸ δείχνει πώς ἡ καρδιά τούς εἶναι πλακωμένη ἀπὸ τὸ ἄγχος καὶ ζητάει διέξοδο.

Σὲ ἕναν τέτοιον εἶπα: «Ἐσεῖς σκάβετε λάκκο, τὸν κάνετε μεγάλο, θαυμάζετε γιὰ τὸν λάκκο ποὺ ἀνοίξατε καὶ γιὰ τὸ βάθος του καὶ… πέφτετε μέσα καὶ πάτε κάτω. Ἐνῶ ἐμεῖς σκάβουμε λάκκο καὶ βρίσκουμε μέταλλα. Ἔχει νόημα ἡ ἄσκησή μας, γιατί γίνεται γιὰ κάτι ἀνώτερο».

*

Ἀλλὰ σήμερα οἱ ἄνθρωποι δὲν θέλουν νὰ ἀκοῦν γιὰ θάνατο. Ἔμαθα ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὶς κηδεῖες κ.λπ. δὲν γράφουν τώρα «Γραφεῖο κηδειῶν» ἀλλὰ «Γραφεῖο τελετῶν», γιὰ νὰ μὴ θυμοῦνται οἱ ἄνθρωποι τὸν θάνατο. Ἂν ὅμως δὲν θυμοῦνται τὸν θάνατο, ζοῦν ἔξω ἀπὸ τὴν πραγματικότητα.

Αὐτοὶ ποὺ φοβοῦνται τὸν θάνατο καὶ ἀγαποῦν τὴν μάταιη ζωή, φοβοῦνται ἀκόμη καὶ τὰ μικρόβια καὶ βρίσκονται συνέχεια νικημένοι ἀπὸ τὴν δειλία, ποὺ τοὺς κρατάει πάντα στὴν πνευματικὴ νέκρα.

Οἱ τολμηροὶ ἄνθρωποι ποτὲ δὲν φοβοῦνται τὸν θάνατο, γι’ αὐτὸ καὶ ἀγωνίζονται μὲ φιλότιμο καὶ αὐταπάρνηση. Ἐπειδὴ βάζουν μπροστά τους τὸν θάνατο καὶ τὸν σκέφτονται καθημερινά, ἑτοιμάζονται πιὸ πνευματικὰ καὶ ἀγωνίζονται τολμηρότερα.

Ἡ ζωὴ εἶναι τυλιγμένη μὲ τὴν θνητὴ σάρκα. Τὸ μεγάλο αὐτὸ μυστικὸ δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὸ καταλάβουν ὅσοι ἄνθρωποι εἶναι μόνο «σάρκες», γι᾿ αὐτὸ δὲν θέλουν νὰ πεθάνουν, δὲν θέλουν οὔτε νὰ ἀκούσουν γιὰ θάνατο. Ἔτσι ὁ θάνατος γι᾿ αὐτοὺς εἶναι διπλὸς θάνατος καὶ διπλὴ στενοχώρια.

*

– Γέροντα, ἔγινε ἡ τελικὴ διάγνωση. Ὁ ὄγκος ποὺ ἔχετε εἶναι καρκίνος, καὶ μάλιστα ἄγριος.

– Φέρε ἕνα μαντήλι νὰ χορέψω τὸ «Ἔχε γειά, καημένε κόσμε»! Ἐγὼ ποτὲ δὲν χόρεψα στὴν ζωή μου, ἀλλὰ τώρα ἀπὸ τὴν χαρά μου ποὺ πλησιάζει ὁ θάνατος θὰ χορέψω.

*

Μερικοί, ἀκόμη καὶ γέροι, ἂν τοὺς πῆ ὁ γιατρὸς «θὰ πεθάνης» ἢ «πενῆντα τοῖς ἑκατὸ ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ ζήσης», στενοχωριοῦνται. Θέλουν νὰ ζήσουν. Τί θὰ βγάλουν; Ἀπορῶ!