Από τα Γράμματα του Ρίλκε σε ένα νέο ποιητή.

Ρώμη, 14 Μαΐου 1904

Αγαπητέ μου Κύριε Kappus,

Πέρασε τόσος καιρός από τότε πού πήρα το τελευταίο γράμμα σας! Μη με συνεριζόσαστε: δουλειά στην αρχή, καθημερνές έγνοιες έπειτα, κακοδιαθεσίες τέλος, μ’ εμπόδιζαν ολοένα να σας γράψω κι ήθελα η απάντησή μου να ‘ναι καρπός καλών και γαλήνιων ημερών. […]

Μην αφήσετε να σας κυριέψει στη μοναξιά σας ανησυχία και ταραχή, επειδή νιώθετε μέσα σας έναν αόριστο πόθο να ξεφύγετε απ’ τη μόνωσή σας. Ίσα-ίσα, αυτός ό πόθος – αν τον μεταχειριστείτε γαλήνια και στοχαστικά, σα μέσο για κάποιο σκοπό — θα σας βοηθήσει ν’ απλώσετε τη μοναξιά σας σε πιο πλούσιο και πιο πλατύ χώρο.

Οι άνθρωποι έχουν βρει για το κάθε τι την ευκολότερη (συμβατική) λύση, την ευκολότερη απ’ όλες τις εύκολες λύσεις. Είναι, ωστόσο, φανερό πώς πρέπει να στεκόμαστε στο Δύσκολο, κάθε ζωντανή ύπαρξη σ’ αυτό στέκεται. Το κάθε τι στη φύση αυξαίνει κι «αμύνεται» κατά το δικό του τρόπο, από μέσα του ξεπηδήσει μια ατομικότητα ολότελα δική του, πού μάχεται να μείνει δική του με κάθε μέσο κι ενάντια σ’ όλα τα εμπόδια.

Λίγα πράματα ξέρουμε, όμως για το ότι πρέπει να στεκόμαστε στο Δύσκολο, θα ‘μαστε πάντα σίγουροι. Είναι γόνιμη ή μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη. Ένας παραπάνω λόγος για να επιχειρήσουμε κάτι, πρέπει να ‘ναι ή δυσκολία πού το κάτι αυτό παρουσιάζει.

Γόνιμος είναι κι ο έρωτας: επειδή κι ο έρωτας είναι δύσκολος. “Έρωτας του ανθρώπου για τον άνθρωπο: ίσως αυτό να ‘ναι το δυσκολότερο απ’ όσα μας έταξε η μοίρα, το πιο απόμακρο, ή τελευταία δοκιμασία, το έργο που όλα τ’ άλλα δεν είναι παρά προετοιμασία και προπαρασκευή του. Γι’ αυτό κι οι νέοι —που είναι «αρχάριοι» στο κάθε τι — δεν ξέρουν ακόμα ν’ αγαπούν: πρέπει να διδαχτούν τον έρωτα. Με όλο τους το είναι, με όλες τους τις δυνάμεις συμμαζεμένες γύρω στην ερημική φοβισμένη καρδιά τους, που οι χτύποι της ψηλώνουν ολοένα, πρέπει να μάθουν να αγαπούν. Ο καιρός όμως της μαθητείας είναι πάντα καιρός μακρόχρονου «εγκλεισμού».

Έτσι είναι, για πολύν καιρό, κι ο έρωτας: μοναξιά, ολοένα και πιο έντονη και πιο βαθιά μόνωση. Έρωτας δε θα πει ν’ ανοίγεσαι ευθύς, να δίνεσαι, να ενώνεσαι με κάποιον Άλλον (τι θα ήταν, άλλωστε, ή ένωση δύο όντων ακαθόριστων ακόμα, ατέλειωτων, ανοργάνωτων;)· είναι μια σπάνια ευκαιρία για να ωριμάσεις, ν’ αποκτήσεις μιαν υπόσταση δική σου, να γίνεις εσύ ένας ολόκληρος Κόσμος, για χάρη κάποιου άλλου, αγαπημένου προσώπου, είναι μια υψηλή, ακράτητη αξίωση, που σε χρήζει εκλεκτό της και σε σπρώχνει προς τ’ απέραντα πλάτη.

Μόνο έτσι θα ‘πρεπε να μεταχειρίζονται οι νέοι τον έρωτά τους: σαν ένα καθήκον που τους υποχρεώνει να εργάζονται αδιάκοπα στο μέσα τους κόσμο («ν’ ακρομάζονται και να σφυροκοπάνε νύχτα-μέρα»). Δεν είναι ακόμα ώριμοι για το δόσιμο του εαυτού τους, για την εγκατάλειψη και το σβήσιμό τους μέσα σ’ ένα άλλο άτομο, για οποιοδήποτε τρόπο Ένωσης. (Πρέπει, πρώτα, και για πολύν-πολύν καιρό, να μαζεύουν και να θησαυρίζουν ολοένα.) Ή Ένωση αυτή, το δόσιμο αυτό, είναι το στερνό σκαλοπάτι, ίσως ή ανθρώπινη ζωή να μη μπορεί ακόμα να το χωρέσει.