Τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ τὴν προφητική, τὴν ἱερατικὴ καὶ πρωταρχικὰ μὲ τὴν ἐρωτικὴ ὁρμή. Ἡ ἐρωτικὴ ἔχει τὴν ἁμαρτία της στὴν περιφρόνηση καὶ τὴν προδοσία, εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ κάθε ἄλλη ἔνθεη ὁρμὴ καὶ περιαγωγή,[626] ὅλες οἱ ἄλλες πηγάζουν ἀπὸ τὴν ἐρωτική, περιέχονται μέσα της καὶ ὁδηγοῦν στὴν ἴδια.

Η ΨΥΧΗ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει ἀληθινὰ χωρὶς τὸ καλύτερό της. Ὅταν ὁ Πλάτων δηλώνει ὅτι αὐτὸς ποὺ ἀγαπάει ἕνα παιδὶ εἶναι πιὸ θεϊκὸς ἀπὸ τὸ παιδί,[627] ἐννοεῖ τὸν μεγαλύτερο ζῆλο ποὺ ὑπάρχει στὴν ἐπίγνωση, ὅπως ὁ Ματθαῖος: δὲν ὑπάρχει μαθητὴς πάνω ἀπ’ τὸν δάσκαλό του … ἀρκετὸ στὸν μαθητὴ νὰ γίνει ὅπως ὁ δάσκαλός του[628]ὑπερβολικό, ὅταν παιδαγωγεῖ ὁ ἴδιος ὁ Λόγος. Τὸ ὅμοιο μεγαλώνει ἀπὸ τὸ περισσότερο ὅμοιο,[629] μυεῖται στὴν ἀρχὴ καὶ ἰσχὺ τοῦ κοινοῦ τους Λόγου. “Δὲν ὑπάρχει ἀνόητος μαθητὴς ἑνὸς ἱκανοῦ δασκάλου”,[630] οὔτε τὸ ἀντίστροφο, ὅταν δάσκαλος δὲν εἶναι κάποιο ὅριο γνώσεων ἢ δεξιοτήτων, ἀλλὰ τὸ ἀπεριόριστο τῆς φιλίας καὶ τῆς σοφίας της. Τότε καθένας γιὰ τὸν δάσκαλό του νοιώθει ὅ,τι ὁ Γρηγόριος ὁ Θαυματουργὸς γιὰ τὸν δικό του: “προσπαθοῦσε νὰ μᾶς μεταδώσει ὅσα ὁ Θεός, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς πολλοὺς ἢ ἴσως μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας, μόνο σ’ ἐκεῖνον δώρισε … Κι ὅπως μιὰ σπίθα ξαφνικὴ στὸ μέσο τῆς ψυχῆς μας, ἔτσι ἄναψε καὶ ἔκαιγε ὁ ἔρωτας γιὰ τὸν Λόγο τῶν ὅλων … καὶ γι’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν ἄνδρα, τὸν φίλο καὶ ἄγγελο τοῦ Λόγου”.[631]