Βλέποντας τὸ ἔργο νὰ ξεπερνάει ἀσύγκριτα ὅσες (θὰ νόμιζε ὡς) ἱκανότητές του, κάθε προικισμένος ἄνθρωπος ἔχει βοήθεια νὰ μὴν ὑποχωρεῖ στὴν φυσίωση, χάνοντας ὁ ἴδιος ὅ,τι μεταδίδει στοὺς ὑπόλοιπους: “σπάνια ἕνας ἄνθρωπος εἶναι σὲ θέση νὰ κυβερνήσει τὰ χαρίσματά του … πάντα σχεδόν, τὸ ταλέντο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ κρατάει αἰχμάλωτο τὸν κτήτορα, σὰν νὰ τὸν ἔπιασε, θὰ λέγαμε, ἀπὸ τὸν γιακά — ναί, καὶ μάλιστα πολλὲς φορὲς μ’ αὐτὸ τὸν ταπεινωτικὸ τρόπο”.[623] Φυσίωση εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς ὑπόστασης καὶ φιλίας, ὅταν τὸ μή ὂν καλεῖ τὸν ἑαυτό του ὡς ὄν.