Ἔστω δοκιμαζόμενος ἀπὸ κατώτερες ὁρμές, ὁσοδήποτε ἀνώριμος καὶ ἀτελὴς ὁ ἔρωτας ὑπερέχει ἀσυγκρίτως ἀπὸ τοὺς μηχανισμοὺς ἀπρόσωπης ‘παιδείας’, ὅταν τὴν ψυχὴ ‘συνετίζουν’ καὶ πράγματι νεκρώνουν κανόνες, πειθαρχίες καὶ συμβάσεις. Ἐραστὲς πραγματικοὶ ἀλλὰ ἀνώριμοι, μέσα ἀπὸ διαδοχὲς δουλώσεως στὸ αἰσθησιακὸ πάθος, μεταμέλειας, καὶ ἐπιστροφῆς στὴν ἐλευθερία, ἔχουν ἀτελῆ ἀλλὰ πάντως θεία ζωή, στὸν βαθμὸ τῆς διαμονῆς στὸν Λόγο τῆς σχέσης τους.[647] Τὸ ἴδιο συμβαίνει στὸ μυστήριο τῆς γαμήλιας ζωῆς, ποὺ ἁγιάζει τὴν κλίνη, ὡσότου ὁ αἰσθησιασμὸς ὑποχωρήσει,[648] ὁπότε ἄγγιγμα, λόγος καὶ προσευχὴ ἔχουν γίνει ἕνα.[649] Ἔτσι ὁ Θεὸς οὐσιώνει τὸ τίποτα, καλεῖ τὰ μή ὄντα ὡς ὄντα. Ἀληθινὴ ζωή, παιδεία καὶ ἄσκηση ἀρχίζει μὲ τὸν ἔρωτα καὶ τελειοποιεῖται στὴν ὑπερβολὴ τοῦ ἔρωτα: ὅταν ἔρθουν τὰ δύο σὲ ἑνότητα, εἶναι ὁ Θεός.[650]