Καθένας ἀποκρίνεται σύμφωνα μὲ τὴν δύναμη ποὺ τοῦ χαρίζεται, στὸν βαθμὸ ποὺ τὴν ὑποδέχεται χωρὶς καθόλου νὰ ἔχει ἀξία ‘του’ καὶ ἱκανότητές ‘του’, ἀλλὰ μὲ τὴν ἡσυχία ποὺ γνωρίζει ὁ Ὅμηρος[624] καὶ ἀκόμη περισσότερο ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, τὰ Σὰ ἐκ τῶν Σῶν Σοί προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα.

“Οἱ ποιητὲς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ διερμηνεῖς τῶν Θεῶν, κατεχόμενοι ἀπ’ ὅποιον Θεὸ καθένας κατέχεται. Αὐτά φανερώνοντας ὁ Θεός, ἐπίτηδες τραγούδησε τὸ καλύτερο μέλος μέσα ἀπὸ τὸν πιὸ φαῦλο ποιητή … καὶ μέσα ἀπ’ ὅλους αὐτοὺς (ποιητές, ραψωδούς, ἀκροατές), ὁ ἴδιος ἕλκει τὴν ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων ὅπου θέλει, κρεμῶντας τὴν Δύναμη ἀπὸ τὸν ἕνα στὸν ἄλλο”.[625]