Σύμφωνα μὲ τὸν Πορφύριο, ὁ Πυθαγόρας πρῶτος ἀναγνώριζε καθαρὰ καὶ ἔμπρακτα τὴν ἑνότητα τῆς φιλίας ὡς πηγὴ τῆς φιλοσοφίας, “ὑπεραγαποῦσε τοὺς φίλους του, πρῶτος ὀνόμασε ‘ὅλα κοινὰ ὅσα ἔχουν οἱ φίλοι’, καὶ ‘τὸν φίλο ἄλλο ἑαυτό’.

“Καὶ ὅταν εἶχαν τὴν ὑγεία τους ζοῦσε συνεχῶς μαζί τους, ὅταν εἶχαν ἀρρώστιες τοὺς θεράπευε, καὶ τοὺς παρηγοροῦσε ὅταν ἔπασχαν οἱ ψυχές τους”.[397]

Κατορθώνοντας ἀκόμη καὶ ἀνάμεσα σὲ φίλους νὰ γίνει σὰν ξένος, ἤδη ἀπὸ αὐτοὺς ἔχει κανεὶς τὴν πρώτη βοήθεια, ὅπως συγκεντρώθηκαν στὴν ἀπόφασή του νὰ φύγει, μὲ τὴν σοφία τῆς φιλίας τους συγχώρησαν τὴν δική του ξένωση, καὶ ἀποχαιρετῶντας συμβουλεύουν ἥσυχα νὰ πάρει τὸν ἄγνωστο δρόμο, αὐτὸν ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ πάρει, καὶ ὁδηγεῖ στοὺς ἴδιους. Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια, δὲν ὑπάρχει μόνο πέρα ἀπὸ ὅλα, ἀλλὰ καὶ μέσα σὲ ὅλα καὶ ἀνάμεσα. Ἂν δὲν ὑπάρχει ἀνάμεσά μας, τότε γιὰ μᾶς δὲν ὑπάρχει καθόλου. Στὸν βαθμὸ ποὺ θέλει πραγματικὰ νὰ προκόβει, καθένας ἔχει πολλοὺς πατέρες καὶ πολλὲς μητέρες, ἀλλὰ κυρίως μητέρα του εἶναι ὁ ἴδιος καὶ πατέρας του ὁ Θεός: τὸ Πνεῦμα ἀγαπάει νὰ χαρίζει Ἐλευθερία καὶ Υἱοθεσία.[398] Ἂν καὶ ὄχι ἀρκετὰ ριζική, πάντως δὲν στερεῖται ἀξίας ἡ παρατήρηση τοῦ Χάιντεγγερ ὅτι “οἱ Ἕλληνες δὲν ἄρχισαν νὰ μαθαίνουν αὐτὸ ποὺ εἶναι ἡ φύσις μέσῳ τῶν φυσικῶν φαινομένων, ἀλλὰ ἀντίστροφα. Μέσῳ μιᾶς θεμελιακῆς ποιητικῆς καὶ [ἐν ταυτῷ ἱερῆς ἐπίσης καὶ] διανοητικῆς ἐμπειρίας τοῦ Εἶναι, διανοίχτηκε μπροστά τους αὐτὸ ποὺ θὰ ὀνομάσουν φύση. Μόνον ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς διάνοιξης μποροῦσαν νὰ δοῦν καὶ τὴν φύση μὲ τὴν στενώτερη σημασία.