Ὁ Ὀδυσσέας δὲν ὀργάνωσε μορφωτικὲς ἐκστρατεῖες καὶ δὲν ὑπέστη μοιραῖες περιπέτειες: τὸν ὁδήγησε προσωπικὰ ὁ Θεὸς στὴν ἐπίσκεψη, μέσα ἀπὸ ἐξαρτήσεις ἀκόμη καὶ τῆς ἁπλῆς ἐπιβίωσής του ἀπὸ ἄγνωστους τόπους, τὸν ἔφερε νὰ γνωρίσει τὸν νόον πολλῶν ἀνθρώπων, φανερώνοντας κινδύνους τῆς πνευματικῆς ζωῆς στὸν ὁρίζοντα τῆς τελειοποίησής της, ἀφίξεώς της σὲ ἀνανεωμένη τὴν πληρότητα τῆς θεμέλιας ἑστίας — στὴν ἐλευθερία, κοινωνία καὶ μοναδικότητα τῆς ψυχῆς δημιουργῶντας τὸν κόσμο προσωπικό, θεϊκὸ καὶ διαρκῶς περισσότερο ἄγνωστο παρὰ γνωστό. Γι’ αὐτὸ οἱ μηχανές του πολεμοῦν ἀντιπάλους, δὲν πολιορκοῦν τὸ Νόημα, τὸ ὁποῖο ἐξ ἀρχῆς ὑπάρχει συνειδητό, καὶ ἴσως ὄχι συνεχῶς ἀλλὰ ὅμως αὐτό μεγαλώνει, καὶ μόνο αὐτὸ ἔχει σημασία ἂν μεγαλώνει. Ὁ ἴδιος ὁ Ὅμηρος ἀρχίζει τοὺς στίχους του προσευχόμενος νὰ συμβεῖ ἡ μύηση αὐτὴ στὴν ποίησή του ὡς προσωπική του ποίηση καὶ παιδεία: “ἄνδρα μοι ἔννεπε…”