Μὲ τόση ἀφέλεια συμπορεύεται στὰ ἴχνη τῆς βιο–μηχανίας ἡ δυτικὴ φιλολογία καὶ μαζί της ὁ σημερινὸς ἑλληνισμός, ὥστε πράγματι, ἂν καὶ πρόκειται γιὰ ἔγκλημα δὲν μπορεῖ νὰ καταλογιστεῖ εὐθύνη.[385] Ὁ Βιλαμόβιτς δὲν νοιώθει καμμιά δυσφορία ἀλλὰ καὶ ἐπαίρεται γιὰ τὸ “ἀκαδημικὸ μουσεῖο”,[386] ὅπου καταλήγουν τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο τὰ ἔργα τῆς ἐπιστήμης ἔχοντας ξεπεραστεῖ καὶ ἀντικατασταθεῖ. Τί παράγει τελικὰ ἡ ‘φιλοσοφία’ αὐτὴ τῶν γνωστικῶν τομέων καὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ, γνώση ἢ πλάνη;

 

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ δὲν εἶναι βουτιὰ στὸ κενὸ ἢ στὴν οὐτοπία, ἀλλὰ Ὀδύσσεια, ἔξοδος τοῦ συλλογισμοῦ ἀπὸ κάθε βεβαιότητα, διατρέχοντας ὅλους τοὺς δυνατοὺς κινδύνους στὸ κατηγορικὸ καὶ συμβολιστικὸ ἐπίπεδο, ἑπομένως καὶ στὸν βίο ἐφ’ ὅσον διαμορφώνεται ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο αὐτό, ἀλλὰ πάντα κινδυνεύοντας στὸν ὁρίζοντα τῆς φιλίας, ἀπ’ ὅπου ἄρχισε.