Η ΘΕΣΜΙΖΟΜΕΝΗ πίστη δὲν μποροῦσε νὰ ἔχει καίρια σημασία, ἐνῷ ἡ κατ’ ἀρχὴν ζωντανὴ οἰκειότητα μὲ τὸν Θεὸ ἐμπόδιζε τὴν ἀναγνώριση τῆς συνείδησης ὡς ὑπόχρεης, ὅπου βρίσκει τὴν ἀφορμή της ἡ κυριαρχία τοῦ θρησκευτικοῦ τυπικοῦ. Μὲ τὴν πεῖρα τῆς Βυζαντινῆς τέχνης δὲν εἶναι δύσκολο γιὰ ἕναν Ὀρθόδοξο νὰ καταλάβει πραγματικὰ αὐτὸ ποὺ ἡ εὐαισθησία καὶ εὐφυΐα τοῦ Φλωμπὲρ μαντεύει, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ τέχνη δὲν ἦταν τέχνη· ἦταν ἡ ριζικὴ συγκρότηση ἑνὸς ὁλόκληρου λαοῦ, μιᾶς ὁλόκληρης φυλῆς, τῆς ἴδιας τῆς χώρας,[522] — καὶ σὲ κόσμο ὅπου ἡ Ἀθηνᾶ μποροῦσε νὰ συνεννοεῖται μὲ τὸν Ὀδυσσέα γιὰ τὸν Ὀδυσσέα καὶ ὅλα, τί ἐντολὲς θὰ ἐπέβαλε μιὰ θρησκεία — τί ἐντολὲς ἔχουμε ἐμεῖς;

Ὁ ἡγέτης ποὺ ἀνανέωσε τὸν Παρθενῶνα, ὁ ἴδιος εἶπε “ἄνδρες αὐτὰ ἐκτήσαντο”,[523] κι ὁ Ἀχιλλέας ἀκόμα πιὸ πρὶν ἔλεγε “ἐγώ πολὺ προσπάθησα”, “οἱ γιοὶ τῶν Ἀχαιῶν μοῦ τὸ ἔδωσαν”, “τὰ δικά μου χέρια κυβερνᾶνε τὸν πόλεμο”.[524] Ἡ εὐσέβειά τους ἦταν ὕμνος στὴν ἴδια τὴν οἰκειότητα τοῦ Θεοῦ, στὴν ἐλευθερία τῆς ἑνότητας μαζί Του, θεανθρώπινης φύσης ἀλλὰ καὶ συνύπαρξης καὶ συμπολιτείας — ὕμνος ὁ ὁποῖος σὲ ὧρες ἐγκατάλειψης ἔφθανε στὴν τραγικὴ ἀπορία.

Σημειώσεις

449 Χριστόδουλος Ἀθηνῶν, Ἑλληνισμὸς προσήλυτος, ὅ.π., σ. 20.

450 Πλωτίνου Ἐννεάδες 1, κεφ. 6, ἑν. 6.

451 “Σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα ἀναγνωριζόταν ἀνέκαθεν ὡς θεὸς μεγάλης δύναμης. Αὐτὸ τὸ παράδοξο, δίνει ἀκόμη σήμερα τροφὴ στοὺς θρησκειολόγους γιὰ μελέτες καὶ ἑρμηνεῖες. Ἡ ὑπόθεση πὼς ὁ Διόνυσος εἶναι νεώτερος θεός, ἕνας μεταγενέστερος εἰσβολέας, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἀνήκει στοὺς Δώδεκα, γοήτευσε μὲν διάνοιες ὅπως ὁ Νίτσε καὶ ὁ Ρόντε, ἀλλὰ εἶναι προδήλως ἀνεπέρειστη: ἡ παρουσία του ἐπισημαίνεται ἤδη στὴν προϊστορία τῶν Ἑλλήνων” — Χριστόδουλος Ἀθηνῶν, Ἑλληνισμὸς προσήλυτος, ὅ.π., σ. 43· βλ. καὶ παραπομπὴ τοῦ συγγραφέα εἰς Walter Burkert, Greek religion, σ. 162.

452 Νίλσον, Ἱστορία τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς θρησκείας, μτφρ. Αἰκατ. Παπαθωμοπούλου, Ἀθήνα 1984, σ. 201. Ἄγραφοι νόμοι θεωροῦνται “οἱ ἐκ τῶν Θεῶν (Διός, Θέμιδος, Δίκης) ἀμέσως πηγάζοντες … πηγὴ καὶ βάσις τῶν ἀνθρωπίνων γραπτῶν, καὶ ἰσχυρότεροι ἐκείνων. Ἐξ αὐτῶν προέρχονται τὸ πρῶτον οἱ κατὰ τὰ ἤθη νόμοι…” — Ραγκαβῆς, Λεξικὸν τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιολογίας, τ. Α΄, ὅ.π., σ. 13.

453 Γκάθρυ, Οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι, ὅ.π., σ. 73.

454 Ὅ.π., σ. 86.

455 DK 44.

456 Βλ. M. F. Schachermeyr, “La formation de la cité Greque”, Diogenes, ἀρ. 4 (1953), ὁ ὁποῖος ἀντιτάσσει τὴν ἑλληνικὴ συνείδηση στὴν συνείδηση τῆς Βαβυλώνας, ὅπου ἡ ἔννοια τοῦ “Βαβυλωνίου” δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ ὁριστεῖ μὲ τὴν φράση: αὐτὸς ποὺ ἀνήκει στὴν ἐπικράτεια τῆς πόλης τῆς Βαβυλώνας.

457 Ἀρέντ, ἀνθρώπινη κατάσταση, ὅ.π., σελ. 267, 271–2.

458 Πρβλ. τὸν Χριστόδουλο Ἀθηνῶν, Ἑλληνισμὸς προσήλυτος, ὅ.π., σ. 35 κ.ἑ.

459 Φαῖδρος 255a–257a.

460 Ἡρακλείτου, DK 107.

461 Φαῖδρος 248d–e.

462 Ντοστογιέφσκυ, Τὸ ἡμερολόγιο ἑνὸς συγγραφέα, μτφρ. Μ. Ζωγράφου, Ἀθήνα χ.ἔ, σ. 415.

463 Ἀρέντ, Τὸ ὁλοκληρωτικὸ σύστημα, μτφρ. Γιάννης Λάμψας, Ἀθήνα 1988, σ. 262.

464 Παρά τὴν θέλησή τους (γιατὶ ἀρκετοὶ ἐπέλεγαν “νὰ ζοῦν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο· φιλόσοφοι … κυρίως κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχή”, ἀλλὰ καὶ προηγουμένως — βλ. Φλασελιέρ, Ὁ δημόσιος καὶ ἰδιωτικὸς βίος τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ὅ.π., σ. 28). Ἡ ἀναγωγὴ τοῦ ἀσκητικοῦ βίου σὲ ἐπιδράσεις ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, δὲν εὐσταθεῖ. Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ ἀσκητικὴ ἀναχώρηση προϋπῆρχε, καὶ μὲ ἔνταση, τόσο στὴν εὐρύτερη κοινωνία, τὸν ‘λαό’, ὅσο στὴν πράξη καὶ διδαχὴ τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων.