“Κατὰ συνέπεια, ἀντιμετωπιζόταν σὰν κάθε ἄλλος τεχνίτης ἢ ἀρχιτέκτονας καὶ μποροῦσε νὰ μετακληθεῖ ἀπὸ ἀλλοῦ καὶ νὰ ἐξουσιοδοτηθεῖ χωρὶς νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὰ πολίτης … Οἱ ἴδιες αὐτὲς συγκεκριμένες ὀντότητες [οἱ νόμοι ὅπως τὰ τείχη, κλπ: ‘οἱ πολῖτες χρειάζεται νὰ ὑπερασπίζονται τὸν νόμο ὅπως ἕνα τεῖχος’, ἔλεγε ὁ Ἡράκλειτος[455]] δὲν ἀποτελοῦσαν τὸ περιεχόμενο τῆς πολιτικῆς (ἡ Πόλις[456] δὲν ἦταν ἡ Ἀθήνα, ἀλλὰ οἱ [ἴδιοι οἱ] Ἀθηναῖοι [στὴν ἑνότητα τῶν προσωπικῶν σχέσεων καὶ ἀποβλέψεών τους]) καὶ δὲν ἀπαιτοῦσαν τὴν ἴδια νομιμοφροσύνη, ὅπως μᾶς εἶναι γνωστὴ ἀπὸ τὸν πατριωτισμὸ ρωμαϊκοῦ τύπου … ‘Ὅπου κι ἂν πᾶς, θὰ εἶσαι Πόλις’: τὰ πασίγνωστα αὐτὰ λόγια … ἐκφράζανε τὴν πίστη ὅτι ἡ πράξη καὶ ἡ ὁμιλία δημιουργοῦν ἕνα χῶρο ἀνάμεσα στοὺς συμμετέχοντες, ὁ ὁποῖος μποροῦσε νὰ βρεῖ τὴν σωστή του θέση σχεδὸν ὁποτεδήποτε καὶ ὁπουδήποτε”.[457]

Πόλις εἶναι οἱ ἴδιοι οἱ Ἀθηναῖοι, ἡ προσωπικὴ σχέση καὶ πρωταρχικὴ ὁμόνοια ὅλων, ἀπ’ ὅπου πηγάζει ἡ ἰσονομία καὶ συλλογικὴ διαμόρφωση κοινοῦ βίου.[458] Τὸ πρωταρχικὸ θεμέλιο τῆς Πόλεως ἐγγυῶνται οἱ θεολογικὲς καὶ κοσμολογικὲς ἐπιγνώσεις, ὅπου ἱδρύονται οἱ πολιτειακοὶ θεσμοὶ καὶ ἡ ὅλη ζωὴ τῆς Πόλεως, παιδεία τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ ἡ γονιμοποίηση ὅλων αὐτῶν στὸν πολίτη προσωπικά, ὥστε ἀσχέτως ἂν συνεχίζει ἢ παύει πιὰ νὰ ὑπάρχει γύρω του ἡ γεωγραφικὴ ἢ θεσμικὴ περιοχὴ τῆς Πόλεως, ἡ πνευματικότητά της νὰ παραμένει διαρκῶς δυνατὴ ὡς ἱερὴ ἀνοιχτότητα καὶ διαθεσιμότητα πρὸς τὸν ἄλλο, καθολικότητα τῆς ὑψηλότερης φιλίας — ἀκριβῶς ὅπως ἡ Φύσις διανοίγεται θεμελιώνοντας Θεοὺς καὶ ἀνθρώπους, καὶ ὅπως οἱ Θεοὶ ἀποκαλύπτονται καὶ πλησιάζουν τοὺς ἀνθρώπους. Ἑπομένως ὁ Πλάτων συλλαμβάνει καίρια τὸ μεγάλο θεμέλιο τῆς Πόλεως, ὅταν συνδέει τὴν νοημοσύνη μὲ τὴν ἀγάπη ὡς αἰτία της.[459]

 

ΒΑΡΒΑΡΙΚΟΣ καὶ ἀνελεύθερος κατὰ κύριο λόγο εἶναι ὁ ἀνέραστος βίος — ὡς βλακώδης: δὲν ἔχει Λόγο νὰ ὑπάρχει. Ὁ ἄνθρωπος ὑποχωρεῖ στὴν βαρβαρότητα ὅταν ἡ ψυχὴ διαστρέφει τὶς αἰσθήσεις, ὥστε ἀντὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὸν Λόγο πλανᾶται σὲ φαντασιώσεις, ἔχει πεῖ ὁ Ἡράκλειτος.[460] Διακρίνοντας συμβολικὰ ἐννέα κύριους βαθμοὺς μετοχῆς στὴν ἀλήθεια, ὁ Πλάτων ἀναγνωρίζει τὴν ὑψηλότερη θέση στὴν φύση τοῦ φιλοσόφου ἢ φιλοκάλου ἢ μουσικοῦ τινος καὶ ἐρωτικοῦ, ἐνῷ ἀξιολογεῖ τελευταία (ἐπικρίνοντας) τὴν τυραννικὴ φύση.[461]

Ὁ ἔρωτας γέννησε τὴν δημοκρατία, ἐπιτρέποντας στὴν κοινωνία νὰ διαμορφώνεται ἀπὸ τὴν φιλία της, ὅμως οἱ θεσμοί, ἀκόμα καὶ οἱ πιὸ δημοκρατικοί, τὸ πολὺ νὰ τιμοῦν καὶ νὰ εὐνοοῦν — δὲν γεννοῦν ἔρωτα. Σωστὰ ὁ Ντοστογιέφσκυ ἀναγνωρίζει “μοιραία καὶ ὀλέθρια τὴν πεποίθηση πὼς φτάνει νὰ ὑπάρχει ἡ λέξη ‘δημοκρατία’ καὶ νὰ δώσεις δημοκρατία στὴ χώρα, γιὰ νἆναι γιὰ πάντα εὐτυχισμένη”,[462] καὶ κάθε ὅμοια πεποίθηση εἶναι ὀλέθρια, ἐφόσον τὴν παρουσία τοῦ Λόγου δὲν ἐκβιάζει κανένα πολίτευμα. “Ἡ [ὁποιαδήποτε] νομιμότητα προσδιορίζει ὅρια στὶς δραστηριότητες, ἀλλὰ δὲν τὶς ἐμπνέει”,[463] γι’ αὐτὸ οὔτε ἡ δημοκρατία οὔτε κἂν ἡ θρησκεία δὲν ἐμπόδισε τοὺς ἀρχαίους νὰ ἐκθέτουν τὰ ἀνεπιθύμητα νεογέννητα, πολλοὶ νὰ δημαγωγοῦν ἢ νὰ πλουτίζουν εἰς βάρος τῶν ἄλλων, νὰ φθονοῦν, νὰ συκοφαντοῦν, νὰ προδίδουν, νὰ ἐγκαταλείπουν ἀστέγους,[464] νὰ ἐκτελοῦν ἀντιφρονοῦντες…

Ἡ ἴδια ἡ γλῶσσα διδάσκει ὅτι ἀστεῖος δὲν εἶναι ἁπλὰ ὅποιος προέρχεται ἀπὸ τὴν περιοχὴ ἢ ἔστω τὶς συνήθειες τοῦ ἄστεως, ἀλλὰ ὁ χαριτωμένος καὶ ὄμορφος: “εἶδαν ὅτι τὸ παιδὶ [ὁ νεογέννητος Μωϋσῆς] ἦταν ἀστεῖο καὶ τὸ ἔκρυψαν γιὰ τρεῖς μῆνες”.[465] Γύρω ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ αὐτὴ καὶ μέσα της ἱδρύεται ἡ Πόλις. Ἐπειδὴ ἡ μεγάλη ὀμορφιὰ σημαίνει τὴν θέαση αἰώνιας μαζὶ καὶ προσωπικῆς πραγματικότητας, δηλαδὴ τὸν ἔρωτα, ἀγροῖκος δὲν εἶναι ὅποιος κατοικεῖ στὴν ὕπαιθρο ἢ δὲν ἔχει ‘ἐξευγενισμένους’ τρόπους, ἀλλὰ καθαρὰ ὁ παραδομένος σὲ θνητὸ φρόνημα βαθειὰ ἀκοινώνητος ἄνθρωπος: “νήπιοι κι ἀγρότες, ποὺ ἡ σκέψη σας εἶναι ὅλο στὰ ἐφήμερα…”[466]