Κατ’ ἐξοχὴν καὶ ἀποφασιστικὰ κυριαρχῶντας στὶς σημασίες τῆς γέννησης καὶ τοῦ θανάτου, στὸν βαθμὸ τῆς πλαστότητάς της ἡ θρησκεία ἐξιδανικεύει τὴν βεβήλωση, ἐπεκτείνοντας ὕπουλα τὴν διαφθορὰ μὲ κάθε δυνατὸ τρόπο καὶ μὲ μόνο ὅριο, ὄχι δυσπρόσιτο, τὴν πέρα ἀπὸ ἐπιφάσεις ὠμότητα. Στὴν ὁλοκληρωτικὴ κατάρρευση ἢ ὁριακὴ στρέβλωση τῆς θρησκευτικῆς ὁρμῆς ὑπάρχει πάντα ἐσχατολογικὸ σημεῖο, ἐφόσον μὲ τὴν ἐξάντληση τοῦ κακοῦ της πεθαίνει μιὰ ἐποχὴ καὶ παραδίδεται νὰ κριθεῖ, ὅπως προφητεύεται στὸ βιβλίο τοῦ Δανιήλ, ὅτι “στὸ τέλος τῆς ἑβδομάδας θὰ ματαιωθεῖ ἡ θυσία καὶ ἡ σπονδή, καὶ στὸ ἱερὸ θὰ εἶναι τὸ βδέλυγμα τῶν ἐρημώσεων ὣς τὴ συντέλεια, καὶ ἡ συντέλεια θὰ δοθεῖ στὸν καιρὸ τῆς ἐρήμωσης”.[496]

“Ἡ πόλις ἔχει διαλυθεῖ ἀφήνοντας στὴν θέση της τὸ μῖσος: ἀπὸ τὴν μιὰ οἱ πλούσιοι ποὺ προτιμοῦσαν νὰ πετάξουν τὰ ἀγαθά τους στὴν θάλασσα παρὰ νὰ δώσουν κάτι στοὺς πεινῶντες, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ στρατιὲς τῶν φτωχῶν ποὺ ὀνειρεύονταν ὄχι νὰ φᾶνε, ἢ ὄχι μόνο νὰ φᾶνε, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποχρεώσουν τοὺς πλούσιους σὲ πεῖνα”.[497]

Ἡ πολιτεία τῶν Ἀθηναίων πέθαινε, ἀλλὰ ὄχι τὸ ἴδιο τὸ καλύτερο.

 

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ἦρθε στὴν Ἑλλάδα ὡς ὁμογενής,[498] φίλος καὶ βασιλεύς, ἀπὸ “ἕνα καθεστὼς τοῦ παλιοῦ ὁμηρικοῦ τύπου”,[499] ὅραμά του ἔχοντας Πόλη τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Πλάτων τοῦ εἶχε μάθει ὅτι μπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθινὴ μόνο στὸν βαθμὸ ποὺ ὑπάρχει ὅπως τὸ σύμπαν, μεταμορφούμενη εἰκόνα τῆς αἰωνιότητας.

Λέγεται πὼς ὁ Ἀλέξανδρος “ἀνέλαβε τὴν δίκαιη ἐπιχείρηση νὰ ἐκδικηθεῖ τοὺς Ἕλληνες γιὰ τὶς προσβολὲς τοῦ Βασιλέως τῆς Περσίας: κτύπησε τὸν κοινὸ ἐχθρό, καὶ συνέχισε τὶς κατακτήσεις του μέχρι τὴν Ἰνδία, καθότι τὸ βασίλειο τοῦ Δαρείου ἁπλωνόταν ὣς τὴν Ἰνδία”,[500] βασίλειο ὄχι μόνο ἀνθελληνικό, ἀλλὰ καταπιεστικὸ πολλῶν λαῶν: “ἀκόμα καὶ οἱ Βαβυλώνιοι δέχθηκαν τοὺς Ἕλληνες ὡς ἐλευθερωτὲς ἀπὸ τὸν περσικὸ ζυγό”.[501] Ὁσοδήποτε σπουδαία ἢ δίκαιη, ἂν ἡ ἁπλὴ ἀπελευθέρωση ἐξαντλοῦσε τὴν σημασία τῆς ἐκστρατείας, δὲν θὰ ἔφερε καμμιά νέα ἐλπίδα, παρὰ μόνο τὴν πιὸ αὐτονόητη ἱκανοποίηση, ἐκτεινόμενη τὸ πολὺ σὲ ἀφηρημένη αἰσιοδοξία, ὥστε δὲν θὰ εἶχε ὑπάρξει ποτέ ἡ γνωστή μας οἰκουμενικὴ ἀγάπη γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο.

Ὁ Ἀλέξανδρος ἀγνόησε τελείως τὸν Ἀριστοτέλη,[502] καταλαβαίνοντας ἀπὸ τὸν Πλάτωνα πὼς οἱ φίλοι, ἡ πόλη, ὁ κόσμος, στὸν βαθμὸ ποὺ θέλουν πραγματικὰ καὶ στρέφονται γνήσια στὸν “πέρα ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν οὐσία, ὑπερέχοντα σὲ παλαιότητα καὶ δύναμη ἀγαθὸ Θεό”,[503] δὲν εἶναι δυνατὸ παρὰ νὰ εἰκονίζουν τὴν αἰώνια ὀμορφιὰ στὸν βίο τους, χωρὶς νὰ τὸ προσπαθοῦν, καὶ χωρὶς φόβο μήπως χάσουν ὁποιαδήποτε (νομίζουν ὡς) ἀσφάλειά τους, ἀκόμα καὶ τὴν πολιτισμική. Γι’ αὐτὸ εἶναι λάθος νὰ θεωρεῖται περίπου πρόδρομος τῆς σημερινῆς ‘πολυπολιτισμικότητας’: ὁ Ἀλέξανδρος εἶχε δυνατότητα νὰ ἐνισχύσει ἐλευθερία καὶ ἀκόμη κάποια θεμέλια γνήσιου νοήματος — ἀλλὰ ὁμόνοια πλήρη δὲν μποροῦσε οὔτε νὰ ἔχει οὔτε νὰ δώσει. Ἀνοιγόταν στὴν Ἀνατολὴ καὶ ὅμως χωρὶς νὰ καταντάει στὴν χυδαιότητα καὶ βιο–μηχανία τῆς σημερινῆς ‘παγκοσμιοποίησης’, ἐπειδὴ τὸν ἐνδιέφερε πραγματικὰ καὶ ὄχι ὑποκριτικὰ ἡ ἴδια ἡ ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων ὡς τέτοια, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ δὲν γνώριζε τὸ Ὄνομα ποὺ θὰ ἐπέτρεπε γνήσια καὶ ὄχι αὐθαίρετη ἢ συμπτωματικὴ ἱεράρχηση ἀξιῶν καὶ πολιτισμῶν.

Δώδεκα χρονῶν ἔνοιωσε τὸν φόβο τοῦ ἀλόγου ἀπὸ τὴν τρομερὴ σκιὰ ποὺ ρίχνει ὁ ἑαυτός, ὅταν σταθεῖ ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὸν κόσμο καὶ ἔχει τὸ Φῶς ἀπὸ πίσω του. Ἦταν πράγματι μεγάλος, ἐπειδὴ πῆρε πόλη ἀνύπαρκτη καὶ ἀνάγκασε τὸ τίποτα νὰ ἀφήσει τὸν ἑαυτό του. Οἱ λαοὶ τὸν ἀγάπησαν γιατὶ πολέμησε τὴν μεγάλη σκιά, τοῦ δόθηκε τὸ χάρισμα νὰ δεῖ στὸν κόσμο τὸ ἕνα ζωντανό, φοβισμένο ἀπὸ τὸ μηδέν του.