“Οἱ ἀρχαῖοι σοφοὶ δίδασκαν καὶ βίωναν τὴν ἡσυχία, τὴν ξενιτεία, τὴν ἐγκράτεια, τὴν σιωπή. Αἴφνης ὁ Ἐπιμενίδης, παραδίδει ὁ Διογένης Λαέρτιος, ἔζησε σὲ σπηλιὰ τρώγοντας χόρτα. Ὁ Πυθαγόρας ἔπραξε τὸ ἴδιο … Ὁ Δημόκριτος κατοικοῦσε τάφους … ὁ Ἐπίκουρος δίδασκε στὸν ἀπομονωμένο Κῆπο τὴν ταπεινότητα τοῦ λάθε βιώσας. Ὁ Θαλῆς, πάλι, προέτρεπε τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἀγρυπνία καὶ τὸ παράδειγμά του ἀκολούθησαν οἱ Πυθαγόρειοι καὶ οἱ Στωικοί. Ἡ σιωπὴ ἐθεωρεῖτο ὑψίστη ἀξία στὴν Σπάρτη καὶ στὴν Κρήτη, ἀποτελοῦσε δὲ κανόνα γιὰ τοὺς Πυθαγορείους καὶ ὅσους ἀκολουθοῦσαν τὴν βιοτή τους. Ὁ ἐμπνευστὴς τοῦ σκεπτικισμοῦ Πύρρων ζοῦσε ἐρημιτικὰ ἀδιαφορῶντας γιὰ τὰ ἐγκόσμια … ὁ Πλωτῖνος προέτρεπε σὲ φυγὴ ἀπὸ τοῦτο τὸν κόσμο … Ἐπὶ πλέον ἐφήρμοζαν τὴν χαμευνία καὶ θεωροῦσαν τὴν φτώχεια ἀγαθὸ γιατὶ πίστευαν ὅτι ἡ πολυτέλεια συνδέεται μὲ τὴν ἠθικὴ παρακμή. Ὁ Ἐπίκτητος δὲν ὑστεροῦσε: δίδασκε ἐπίσης τὴν ῥῆξι μὲ τὰ κρατοῦντα ἤθη, τὴν μνήμη θανάτου καὶ τὴν κάθαρσι τῆς ψυχῆς ἀντὶ ἐκείνης τοῦ σώματος, ὑπογράμμιζε τὴν ἀξία τῆς ἁγιότητος καὶ ἀνεγνώριζε τὴν γενετήσια σχέσι μόνο γιὰ λόγους ἀναπαραγωγῆς. Ἡ ἀγαμία καὶ ἡ χορτοφαγία βρῆκαν ὑποστηρικτὲς στὸ πρόσωπο τοῦ Πλάτωνος καὶ στὴν διδασκαλία τοῦ Πορφυρίου καὶ τοῦ Πρόκλου, ἐνῷ Στωικοὶ καὶ Νεοπυθαγόρειοι προέτρεπαν τοὺς ἀνθρώπους σὲ καθημερινὸ ἔλεγχο τῆς συνειδήσεως”.[481]

Ὁ πολίτης ποὺ ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν θεοπρεπῆ οὐσία τῆς Πόλης, ὅπου τὸν βίο ἀνιχνεύει ἱερὴ συζήτηση καὶ πειθώ, Ζεὺς ἀγοραῖος,[482] δὲν θεωρεῖται παράνομος, περιθωριακός, ἀκοινώνητος, ψυχασθενής, ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο ἀπὸ μίασμα. Νὰ βλάψεις κάποιον ἄνθρωπο ἢ τὴν Πόλη στὸ σύνολό της, καὶ νὰ προσβάλεις τὸν Θεό, ταυτίζονται, τὸ δὲ κακὸ ποὺ προκαλεῖ ὁ μιαρὸς ἄνθρωπος οὕτως ἢ ἄλλως ἀφορᾶ στὴν Πόλη — δὲν θὰ τὸ ἔκανε, ἂν ἡ ἴδια ἡ Πόλη δὲν εἶχε γίνει βέβηλη.

Ἔτσι, ἤδη πρὶν ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς Καινῆς Διαθήκης ἡ ἐκδίκηση ἔχανε τὸ νόημά της, ὁ Πλάτων καταλάβαινε ὅτι ἀντὶ ὀφθαλμοῦ δὲν παίρνεις ἀλλὰ δίνεις καὶ τὸν ἄλλο σου ὀφθαλμό, συμβούλευε πὼς ὁ δίκαιος ἄνθρωπος “οὔτε ἀντιδικεῖ, οὔτε κακοποιεῖ κανέναν, ὁτιδήποτε ἂν παθαίνει ἀπὸ αὐτούς”,[483] ἐνῷ ἡ τραγικὴ ποίηση δίδασκε πὼς ἡ Πόλη ποὺ περιθάλπει τὸν μιαρὸ ἄνθρωπο εἶναι εὐλογημένη: καθένας κάνει τὸ ἔργο ποὺ ταιριάζει στὴν φύση του, καὶ “δὲν εἶναι ἔργο τοῦ δίκαιου ἀνθρώπου νὰ βλάπτει … οὔτε φίλο του, οὔτε ἄλλον κανένα, ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἔργο τοῦ ἐνάντιου, τοῦ ἄδικου ἀνθρώπου”.[484]

Ἔχοντας στὴν ἱερότητα τῆς φιλίας τὸ μεγάλο θεμέλιό της, ἡ Πόλις ἀναγνωρίζει στὸν ἄνθρωπο ἀναντικατάστατη παρουσία, μοναδικότητα μέλους ἱερῆς οἰκογένειας, ὥστε ἡ ἀναγκαία βία τῆς συμβατικῆς διάστασης, ὁσοδήποτε ἰσχυρή, πάντως δὲν ἀναπτύσσει στοὺς νόμους τρομοκρατικὸ χαρακτῆρα. Τὸ κύριο αὐτὸ ἰδίωμα ἀκολουθεῖ ὁ Πλάτων στὴν συμβολική του Πολιτεία, ὅπου ἐξηγεῖ ὅτι “οἱ ἱδρυτὲς μιᾶς νέας Πόλεως μιμοῦνται τὸ ἀθάνατο μέρος τοῦ ἀνθρώπου — ὅσον ἐν ἡμῖν ἀθανασίας ἔνεστι”[485] — καὶ προτάσσει τὴν φιλία στὰ συμβολικά της ἄκρα μὲ τὴν κοινοκτημοσύνη γυναικῶν καὶ παιδιῶν καὶ τὴν κάθαρση τοῦ ἰδίου ἀπὸ κληρονομικοὺς καὶ συνεταιριστικοὺς καθορισμούς. Κι ὅταν ὁ Σωκράτης ἀφηνόταν στὴν δικαιοσύνη τῶν Ἀθηναίων, ἐνῷ μποροῦσε εὔκολα νὰ διαφύγει, δὲν ὑποστήριζε ὑποταγὴ στὴν κρατικὴ βία ἢ σὲ τυφλοὺς καὶ ἀπρόσωπους θεσμούς, ἀλλὰ τὴν σκέψη τῆς φιλίας τῶν Ἀθηναίων, ὅπως διαμορφωνόταν στὴν συζήτηση τῆς κατ’ οὐσίαν θεολογικῆς παράδοσής τους. Στὴν σκέψη αὐτὴ ἐλπίζοντας ὑπέμεινε ἐπίσης τὸ σφάλμα της.

Ἡ τραγικὴ ποίηση φανέρωνε ὅτι “ἀκόμη καὶ ἡ πιὸ στοχαστικὴ πράξη τοῦ πιὸ προνοητικοῦ ἀνθρώπου διατηρεῖ τὸν χαρακτῆρα μιᾶς παρακινδυνευμένης ἔκκλησης στοὺς Θεούς”,[486] μολονότι ἐπέμενε ταυτοχρόνως (καί διὰ τῆς τραγικῆς ποιήσεως) συνείδηση ἡρωϊκῆς ἰσοθεΐας. Γιὰ χάρη τῆς σκέψης αὐτῆς, ἐξ ἀρχῆς συνειδητὰ ἐπικίνδυνης, ὁ Σωκράτης ἀνέχθηκε τὸ κακό της, τὸ ὁποῖο δὲν ταυτιζόταν μὲ τὴν θανάτωσή του. Ἡ ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ γιὰ τὸν φιλόσοφο δὲν εἶναι καταδίκη ἀλλὰ εὐεργεσία, ὅπως ἐξήγησε. Πρόβλημα δημιουργοῦσε ἡ προδοσία τῶν θεμελίων τῆς Πόλης: ἡ σκέψη τῶν Ἀθηναίων γινόταν πραγματικὰ ἐπικίνδυνη, στὸν βαθμὸ ἀκριβῶς ποὺ ἤθελε νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸν κίνδυνο.