493 Καθόλου ἀσήμαντο πὼς ἤδη τὸ 406, “στοὺς Βατράχους τοῦ Ἀριστοφάνη, ὁ Αἰσχύλος, ὁ Σοφοκλῆς καὶ ὁ Εὐριπίδης ἔχουν ἤδη καταταχθεῖ ὡς οἱ τρεῖς μεγάλοι τραγικοί”. Λίγα χρόνια μετὰ καταδικάζεται ὁ Σωκράτης, καὶ λίγο ἀργότερα οἱ τρεῖς αὐτοὶ τραγικοὶ ποιητές, “ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Λυκούργου καὶ πέρα, εἶναι ‘κλασικοὶ’ μὲ τὴν αὐστηρὴ ἔννοια τοῦ ὅρου” (Βιντὰλ–Νακέ, Μῦθος καὶ τραγωδία στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ὅ.π., σ. 257.)

494 Γκάθρυ, Οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι, ὅ.π., σ. 82· πρβλ. τοῦ ἰδίου, A History of Greek Philosophy, τ. Δ΄, Cambridge 1975, σ. 10, γιὰ τὴν καταγωγὴ τοῦ Πλάτωνα: “κατὰ πᾶσα πιθανότητα ὁ Πλάτων γεννήθηκε τὸ 427 π.Χ. καὶ πέθανε σὲ ἡλικία 80 ἐτῶν τὸ 347. Γενέθλιος τόπος του εἴτε ἡ Ἀθήνα εἴτε ἡ Αἴγινα (Δ.Λ. 3.3). Ὅσο γιὰ τὴν οἰκογένειά του, μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἀπουλήϊου ‘de utroque nobilitas satis clara’. Ὁ πατέρας του Ἀρίστων ὑπολόγιζε τὴν καταγωγή του ἀπὸ τὸν Κόδρο, τελευταῖο βασιληᾶ τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἡ οἰκογένεια τῆς μητέρας του Περικτιόνης συνδεόταν μὲ τὸν Σόλωνα, ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μὲ τὴν παρατήρηση τοῦ Φὴλντ ( Πλάτων καὶ οἱ σύγχρονοί του, 4), μπορεῖ νὰ χαρακτηρίζεται ἀπὸ λιγώτερο σεβαστὴ ἀρχαιότητα, ὅμως διέθετε τοὐλάχιστον τὸ πλεονέκτημα ὅτι ὄντως εἶχε ὑπάρξει.”

495 Ἀρέντ,  ἀνθρώπινη κατάσταση, ὅ.π., σ. 91.

496 Δαν. 9.27· πρβλ. Ματθ. 24.15: “ὅταν δεῖτε νὰ στέκεται σὲ ἅγιο τόπο τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρήμωσης, ποὺ εἶπε ὁ προφήτης Δανιήλ, ὅποιος διαβάζει ἂς καταλάβει.”

497 Χριστόδουλος Ἀθηνῶν, Ἑλληνισμὸς προσήλυτος, ὅ.π., σελ. 52–53. Ἡ ἐξέλιξη αὐτὴ δὲν ἀφορᾶ μόνο στὴν Ἀθήνα, πρόκειται γιὰ φθορὰ τῆς ἑλληνικῆς Πόλεως ἐν γένει. Οἱ Σπαρτιάτες, γιὰ παράδειγμα, “τὸν 4ο αἰώνα εἶχαν πιὰ φθαρεῖ πολὺ καὶ ὅποιος ἔγραφε μελέτη γιὰ τὸ πολίτευμα τῶν Λακεδαιμονίων ἀντιπαρέβαλλε τὴν Σπάρτη ὅπως ἔπρεπε καὶ ὅπως ἤξερε αὐτὴ νὰ εἶναι, μὲ τὴν Σπάρτη ἔτσι ὅπως ἦταν πραγματικά … ἀπέκτησαν μάλιστα οἱ Σπαρτιάτες σ’ ὅλη τὴν Ἑλλάδα καὶ φήμη γιὰ φιλοχρηματία…” — Μπιούρυ καὶ Μήγκς, Ἱστορία τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, τ. Α΄, ὅ.π., σ. 150.

498 Τὴν μόνη φορὰ ποὺ συζητήθηκε δῆθεν φυλετικὴ διαφορὰ Μακεδόνων καὶ Ἑλλήνων, ἦταν στὴν Ἀθήνα ἀντίπαλο τοῦ Φιλίππου, μὲ σκοπὸ τὴν μείωση τῶν Μακεδόνων. Τὸ τέχνασμα ἐπιστρατεύθηκε ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ ἑλληνικότητα τῶν Μακεδόνων ἦταν δεδομένη καὶ συντελοῦσε στὴν ἀποδοχή τους ἀπὸ μεγάλο μέρος τῶν Ἑλλήνων, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀκόμη πιὸ εὔκολη ἐπέκταση τῆς πολιτικῆς ἐπιρροῆς τους εἰς βάρος τῶν Ἀθηναίων. Τέτοια τεχνάσματα δὲν σπάνιζαν, ἀρκεῖ νὰ θυμηθεῖ κανεὶς ὅτι καὶ οἱ Σπαρτιάτες κατηγόρησαν τοὺς Ἀθηναίους ὅτι ἀνήκουν σὲ ‘ἄλλη φυλή’. Ὅσο ἔστεκε ἡ ἐπίθεση στοὺς Ἀθηναίους, ἄλλο τόσο στὴν περίπτωση τῶν Μακεδόνων, τὸ ἴδιο τὸ ἐθνικὸ ὄνομα τῶν ὁποίων εἶναι ἑλληνικό (σημαίνοντας ὕψος — πρβλ. τὴν Ὀδύσσεια, η 106: οἷά τε φύλλα μακεδνῆς αἰγείροιο), ὅπως ἑλληνικὰ τὰ προσωπικά τους ὀνόματα (Φίλιππος, Ὀλυμπιάς, Ἀλέξανδρος, Ἀρχέλαος, Ἀντίγονος, Ἡφαιστίων, κλπ), καὶ ἡ ἴδια ἡ ψυχή τους, ἐφόσον ἔνοιωθαν ὑπερήφανοι γιὰ τὴν ἑλληνικότητά τους, τιμῶντας καὶ διαδίδοντας τὰ ἑλληνικὰ γράμματα. Μάλιστα ὁ Σέλευκος Νικάτωρ ἀπέκρουε κάθε ἐπιμιξία μὲ τοὺς ἀνατολικοὺς λαούς, “τὴν εὐρείαν ταύτην ἐπικράτειαν (ἀπὸ τοῦ Ἰνδοῦ μέχρι τῆς Μεσογείου) διήρεσεν εἰς 72 σατραπείας, αἵτινες κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξελληνίσθησαν καὶ ἑλληνικὰ ἔφερον ὀνόματα … Εἰς τὴν αὐλὴν ἐπεκράτουν ἀποκλειστικῶς ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός … Ὁ ἑλληνισμὸς καὶ ὁ πολιτισμὸς ἐξετάθησαν οὕτω μέχρι τῶν ἀπωτάτων ὀχθῶν τοῦ Ἰνδοῦ … Καὶ τὴν τέχνην δὲ ἠγάπα καὶ τὴν ἐπιστήμην, καὶ τὰ ποιήματα τοῦ Ἡσιόδου εἶχε πάντοτε παρ’ ἑαυτῷ” — Ραγκαβῆς, Λεξικὸν τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιολογίας, τ. Β΄, ὅ.π., σελ. 1194–5.