Παρομοίως γιὰ τὴν ἐργασία καὶ τὴν ἀεργία. Παρασιτικὸς στὸν Ὅμηρο εἶναι κάθε βίος, ἄεργος ἢ μή, ἂν ἔχει ἀποκλείσει τὸν ἄνθρωπο στὸ ἐγώ: “ἀμέσως τώρα νὰ πέθαινα”, εὔχεται ὁ Ἀχιλλέας, “ἀφοῦ δὲν ἦταν νὰ βοηθήσω τὸν φίλο μου τὴν ὥρα ποὺ τὸν σκότωναν … ἀλλὰ κάθομαι κοντὰ στὰ πλοῖα, ἄχρηστο βάρος τῆς γῆς, ἂν καὶ εἶμαι στὸν πόλεμο καλύτερος ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἀχαιούς”.[467]

Τὸ βαρβαρικὸ καθεστὼς ἐνισχύοντας φόβο καὶ ὑποκρισία κάνει ὅ,τι κάθε θνητὴ σωφροσύνη κυριαρχίας συμβάσεων, δικαιωμάτων, κανόνων καὶ διαταγῶν, προσπαθεῖ νὰ παραχώσει τὸν ἄνθρωπο ὑπὸ γῆς ἄνουν, ὅπως τὸ περιγράφει ὁ Πλάτων. Τρέφεται ἐξίσου ἀπὸ τὴν ὑπακοή, τὴν ἐξέγερση, τὴν κολακεία καὶ τὴν περιφρόνηση, ἐχθρεύεται τὸν ἔρωτα γιατὶ μόνο αὐτὸς τὸ καταργεῖ. Ὅ,τι ὁ Βερνὰν ἀναγνωρίζει στὴν ἀρχαία Πόλη σωστὰ ἀλλὰ κάπως ‘συγκεχυμμένα’ ὡς “ἀνανεωτικὴ προσπάθεια … συνάμα θρησκευτική, νομική, πολιτικὴ καὶ οἰκονομική”,[468] σημαίνει θεμελίωση τοῦ κοινοῦ βίου στὴν τιμὴ τῶν ἡρώων, ἀνθρώπων ποὺ ὑπερέβησαν τὸ ἐφήμερο στὴν ἰσόθεη φιλία τους. Ἡ Πόλις συστάθηκε γιὰ νὰ φέρει μὲ δύναμη τὴν συνύπαρξή τους σὲ προοπτικὴ αἰώνια μαζὶ καὶ ἱερή.

 

ΤΑΦΟΙ ΗΡΩΩΝ βρίσκονται “σὲ συμβολικοὺς γιὰ τὴν Πόλη χώρους: λόγου χάρη στὴν ἀγορά, στὶς πύλες ἢ στὰ σύνορα τῆς Πόλης”.[469] Τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Δήμου προηγοῦνται τελετές.[470] Ἡ στρατιωτικὴ ἐκπαίδευση ἀρχίζει μὲ ὅρκο στοὺς Θεοὺς καὶ ἐπίσκεψη “στὰ ἱερὰ τῆς Ἀττικῆς (τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ὑπερασπιστοῦν)”,[471] ἀλλὰ καὶ “κάθε ἐκστρατεία καὶ τὰ διάφορα στάδια τοῦ πολέμου ἀρχίζουν μὲ πολυάριθμες τελετές, ὅπως καὶ στοὺς στρατοὺς τῶν ἄλλων [ἐκτὸς τῆς Ἀθήνας] ἑλληνικῶν Πόλεων”.[472] Προτοῦ ὁ στόλος ἀποπλεύσει γιὰ τὸν πόλεμο, ψάλλονται ἀπὸ τὰ πληρώματα προσευχές.[473] Κάθε ἐποικιστικὴ ἀπόπειρα χρειάζεται προηγουμένως νὰ καθαγιασθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς Δελφούς, ἀλλιῶς δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ.[474] Τὸ ἴδιο “τὸ ἑλληνικὸ δράμα σχηματίζεται ἀπὸ τὶς θρησκευτικὲς ἱεροτελεστεῖες καὶ [πέρα ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα οὐσιώδη χαρακτηριστικά του, πάντα] παραμένει μιὰ τυπικὴ δημόσια ἱεροπραξία”.[475]

Δὲν ὑπῆρξε ἁπλῶς οὔτε κυρίως αἴτημα αὐτοθέσμισης μιᾶς κοινότητας, “τῆς ὁποίας τὰ μέλη θέλουν πράγματι νὰ ἐπωμισθοῦν τὴν ρύθμιση τῶν κοινωνικῶν τους σχέσεων, θέλουν κατὰ κάποιο τρόπο νὰ εἶναι αὐτόνομοι”,[476] ὥστε νὰ ἱκανοποιοῦν μὲ μέτρο τὶς ἀτομικὲς ἐπιθυμίες τους, καθένας νὰ “κάνει τὸ κέφι του χωρὶς νὰ βλάπτει τὸ σύνολο”,[477] γι’ αὐτὸ παραπλανᾶ ἐπίσης ἡ παρομοίωση τῶν ἀναγεννησιακῶν πόλεων καὶ τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀστικῆς τάξης μὲ τὴν ἀρχαία Πόλη, ὅπου ὀφείλεται (ἐν μέρει) ἡ ἄλλη πλάνη, ὅτι ἀνάμεσα στὸν ἀρχαῖο καὶ τὸν βυζαντινὸ κόσμο παρεμβάλλεται χάσμα, ὁπότε ἡ ἱστορικὴ πορεία τοῦ ἑλληνισμοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἑρμηνεύεται παρὰ μόνο ὅπως μιὰ τέλεια σχιζοφρένεια.

Ζητήθηκε Πόλη–Ναός — καὶ ὁ ἴδιος ὁ ναὸς ἄλλωστε σημαίνει κατοικία (ναίειν) — Πόλη “Φρούριο τῶν Θεῶν”,[478] προορισμὸς τοῦ ὁποίου ἦταν νὰ διακρίνει ἐπίσης καὶ νὰ ἐντάσσει τὸ ἴδιον στὸ κοινὸν ἐπίγειου οὐρανοῦ ἱερατικῶν γενῶν, κοινωνίας καὶ οἰκογενειῶν ἱερῶν, μὲ τὴν ὁμηρικὴ συνείδηση ἐν δυνάμει ἰσοθεΐας ὅλων τῶν ἀνθρώπων, νὰ ἀποτρέπει τὶς ἀναδύσεις αὐταρχισμοῦ καὶ νὰ εὐνοεῖ τὴν ἰσονομία, ὥστε νὰ μὴ κάνει καθένας τὸ κέφι του χωρὶς νὰ βλάπτει τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ “μὲ σκέψη ποὺ ἀγαπάει τὴν φιλία τους, νὰ δίνουν καὶ νὰ παίρνουν χαρὲς ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο, καὶ ὅ,τι ἐχθρεύονται νὰ τὸ ἐχθρεύονται μὲ κοινὴ γνώμη”.[479]

“Στοὺς ἀρχαίους, σχεδὸν ὅλες οἱ ἀνθρώπινες δραστηριότητες λίγο–πολὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν θρησκεία: θεατρικὲς παραστάσεις, ἀκόμη κι ὅταν πρόκειται γιὰ τὰ ἔργα τοῦ Ἀριστοφάνη τὰ ἀθυρόστομα ποὺ πολὺ λίγο σεβασμὸ δείχνουν στοὺς θεούς, παίρνουν θέση μέσα στὸ πλαίσιο τῶν θρησκευτικῶν τελετῶν, καὶ οἱ συζητήσεις οἱ πιὸ φιλελεύθερες τῶν φιλοσόφων γιὰ τὸν κόσμο τῶν θεῶν γίνονται γύρω ἀπὸ τοὺς βωμοὺς τῶν Μουσῶν, στὶς ὁποῖες προσφέρουν λατρεία”.[480]