“Στὴν προελληνικὴ βουδδιστικὴ τέχνη ὁ Βούδας ἀπεικονιζόταν μ’ ἕνα κενό, ἕνα σύμβολο κατάλληλο γιὰ νὰ δείξει ἕνα ὂν ποὺ εἶχε ἐπιτύχει τὴν αὐτοεξάλειψη μὲ τὸ νὰ κάνει τὴν ἔξοδό του στὴ Νιρβάνα. Ἡ ἑλληνικὴ τεχνοτροπία ἔφθασε στὴ Γανδάρα (πιθανῶς ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια) στοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς χριστιανικῆς ἐποχῆς … Σὰν ἐπακόλουθο, ὁ Βούδας ἔφθασε νὰ παριστάνεται στὴ Γανδάρα ἀνθρωπομορφικά, ἔχοντας μιὰ ὁμοιότητα μὲ τὸν ἑλληνικὸ Θεὸ Ἀπόλλωνα, καὶ μὲ τὴν ἑλληνικὴ αὐτὴ μορφὴ ἡ εἰκόνα τοῦ Βούδα μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν σχολὴ τῆς Μαχαγιάνα[[504]] στὸ μακρινό της ταξίδι πέρα ἀπὸ τὸ Ἰνδοκοὺχ καὶ στὶς στέπες τῆς ἀνατολικῆς Ἀσίας”.[505]

Τὸ εἶπε ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος, πὼς ἦταν ὁ Διογένης ἀλλὰ μ’ ἕνα διαφορετικὸ τρόπο. “Στὸ πρόσωπο ὅλης τῆς γῆς καὶ δὲν ἀκουμποῦσε στὴ γῆ”, μαρτυρεῖ τὸ βιβλίο τοῦ Δανιήλ.[506] Αὐτή εἶναι ἡ αἰτία ποὺ τὸ Βυζάντιο, “παρόλο ποὺ καυχιέται γιὰ τὶς ρωμαϊκὲς καταβολές του, δὲν ἀναζητεῖ σὲ ἕνα ρωμαῖο αὐτοκράτορα ἀλλὰ στὸν Ἀλέξανδρο τὸν ἀρχετυπικὸ ἥρωα τῶν ὁραμάτων του”.[507]

Ὁ Ἀλέξανδρος δὲν “ἄρχισε νὰ προχωράει πέρα ἀπὸ τὸ κλασικὸ μέτρο, στὸ χάος”,[508] ἀλλὰ ἐγκατέλειψε τὸ γνωστό, πιθανὸ καὶ ἐφικτὸ διασχίζοντας τὸ χάος μὲ λογικὴ τῆς πολιτείας του τὴν ἐμπιστοσύνη τῆς προσευχῆς γιὰ μιὰ ὁμόνοια καὶ φιλία ποὺ θὰ δινόταν πέντε αἰῶνες μετὰ στὸν Κωνσταντῖνο.

“Γιὰ δύο λόγους ὑποχρεώθηκα νὰ κάνω ὅλα ὅσα ἔκανα, κι ἔχω γι’ αὐτὸ φυσικό μου μάρτυρα τὸν Θεό, τὸν Βοηθὸ στὰ ἔργα μου καὶ Σωτῆρα τοῦ παντός. Πρῶτα, γιὰ νὰ ἑνώσω σὲ μία καὶ κοινὴ ψυχὴ ὅλων τῶν ἐθνῶν τὶς ὁρμὲς γιὰ τὸν Θεό, κι ἔχοντας ἔπειτα προθυμία νὰ ἀποκαταστήσω καὶ νὰ συναρμόσω … τὸ σῶμα τῆς Οἰκουμένης, ποὺ εἶναι κοινὴ γιὰ ὅλους μας … Ἀνοῖξτε, λοιπόν, εἰρηνεύοντας μεταξύ σας, τὸν δρόμο τῆς Ἀνατολῆς, ποὺ μὲ τὶς διαμάχες τὸν ἀποκλείσατε, καὶ δῶστε νὰ γίνει ὅσο πιὸ γρήγορα, ἐσεῖς καὶ μαζί σας ὅλοι οἱ λαοί, νὰ δοῦν καλὰ καὶ νὰ χαροῦν, νὰ φτιάξουν ὕμνους στὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν εὐχαριστήσουν γιὰ τὴν κοινὴ ὅλων ὁμόνοια καὶ ἐλευθερία”.[509]

 

ΑΝ οἱ ἀρχαῖοι δὲν πίστευαν σὲ τίποτα πιὸ ζωντανὸ ἀπὸ ἰδεολογίες, ἂν δὲν εἶχαν ποτέ ἀντικρύσει, ὅπως ὁ Ἡσαΐας, σωματούμενον Θεόν, ἄρα ὡς ἰδεολογία ἀνέπτυξαν καὶ τὴν πίστη στὸν Χριστό, ὥστε ἐπιβάλλεται νὰ δεχθοῦμε τὸ περισσότερο ἄτοπο, ὅτι καὶ οἱ πρῶτοι γέροντες, μάρτυρες καὶ ἅγιοι τῆς χριστιανοσύνης δὲν εἶχαν παρὰ μόνο ἰδεολογικὴ τὴν δύναμή τους, καὶ τὸ ἴδιο μέχρι σήμερα ζοῦμε καὶ πεθαίνουμε γιὰ μιὰ ἰδεολογία… Σωστὰ ἐδῶ ὁ Σέλλινγκ εἰδοποιεῖ ὅτι “ἂν ἡ εἰδωλολατρεία εἶναι μιὰ σκόπιμη ἀπάτη [ἢ ἔστω τελείως ἀσυνείδητη αὐταπάτη], μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὀφείλουμε νὰ ἀντιμετωπίζουμε καὶ τὸν χριστιανισμό”,[510] καὶ θυμίζει πόσο κοινὸς τόπος ἦταν ἡ δυνατότητα θείας ὅρασης, γιὰ παράδειγμα στὴν προτροπὴ τοῦ Σωκράτη, “μή περιμένεις μέχρι νὰ δεῖς τὶς μορφὲς τῶν Θεῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τώρα νὰ τοὺς σέβεσαι καὶ νὰ τοὺς τιμᾶς, ἀρκούμενος στὶς εὐεργεσίες τους ποὺ ἤδη βλέπεις”.[511] Συνετὰ ὁ Αὐγουστῖνος, ὅπως οἱ Καππαδόκες, ὄχι μόνο δὲν συκοφαντεῖ ἀλλὰ καὶ ἐπικαλεῖται τὴν σχετικὴ πεῖρα τῆς ἀρχαίας σκέψης: “ἡ ὅραση τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅραση τόσο μεγάλης ὀμορφιᾶς καὶ ἀξίζει τόσο μεγάλο ἔρωτα, ὥστε ὁ Πλωτῖνος δὲν διστάζει νὰ πεῖ ὅτι αὐτὸς ποὺ ἀπολαμβάνει ὁποιαδήποτε ἄλλα ἀγαθά, ἀκόμη καὶ σὲ ἀφθονία, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν ὅραση αὐτή, εἶναι ὁ πιὸ δυστυχισμένος”.[512]