ΠΑΡΑ τὴν ὑψηλὴ φύση της, ἡ Πόλη κατάντησε νὰ βλέπει ὡς κύρια ἐνέργεια, ὅ,τι ἦταν ἁπλὴ δύναμη καὶ οὔτε κἂν ἡ πιὸ σημαντικὴ ἀνάμεσα στὶς δυνάμεις της, ἐξέλιξη εἰκονιζόμενη στὴν ἴδια τὴν πορεία τῆς τραγικῆς ποίησης ἀπὸ τὸν Αἰσχύλο στὸν Εὐριπίδη. Ὅπως εἰδοποιοῦσε ὁ Σωκράτης, ἂν εἶναι ἀναγκαῖο πρῶτα νὰ ταλαιπωρηθεῖς γιὰ νὰ ἀπολαύσεις ἀργότερα, πρόκειται γιὰ δουλικὴ ἀπόλαυση.[487] Ὁσοδήποτε ἀναγκαία τέτοια δουλεία, δὲν ἐπιβάλλει ὅμως τὸ πρόταγμά της. Ἡ πολιτεία τῶν ἀρχαίων διαφθειρόταν ἀναπτύσσοντας αὐτὸ ἀκριβῶς γιὰ τὸ ὁποῖο μερικοὶ τὴν θαυμάζουν σήμερα, διαχειριστικὴ καὶ αὐτονομιστικὴ ἀπόβλεψη. Χαρακτηριστικὰ στὴν Σπάρτη, ἀλλὰ καί στὴν Ἀθήνα, ἡ δικαιοσύνη ἔφθασε νὰ “ἐμφανίζεται σὰν μιὰ ὁλότελα φυσικὴ αὐτορυθμιζόμενη τάξη”,[488] μὲ τὴν θεμέλια διάσταση τῆς ἱερότητας καὶ φιλίας νὰ ἐγκαταλείπεται. Χωρὶς φιλία τὰ περιστέρια τοῦ Δία πέταξαν καὶ ὁ ὀμφαλὸς τῆς γῆς ἔκλεισε, ἀφήνοντας βιοπάλη ἀντὶ γιὰ ναό, ἑταιρεία ἀντὶ γιὰ Πόλη, βιο–μηχανία ἀντὶ γιὰ φιλοσοφία.

“Αὐτή εἶναι ἡ κατάσταση τῆς χώρας [τῆς Ἀτλαντίδας] ἀπ’ ὅπου προέρχεται ὁ μεγάλος κίνδυνος. [Μὲ τὸν μῦθο αὐτὸ ὁ Πλάτων ἐξηγεῖ πὼς] ἡ Ἀθήνα δὲν ἀπειλεῖται ἀπὸ καμμιά ἄγρια ὁρδὴ οὔτε ἀπὸ μεταναστεύσεις πληθυσμοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ μιὰ πολιτισμένη πολιτεία μὲ ὑψηλὸ ἐπίπεδο ἀνάπτυξης, ὅπου ἀντὶ [φιλίας γιὰ τὸν ζωντανὸ Θεὸ καὶ τιμῆς] γιὰ τὶς [ἱερὲς ἐν ταυτῷ καὶ] φυσικὲς δυνάμεις, κυριαρχοῦν ἀφηρημένοι τεχνητοί, ἔστω κι ἂν εἶναι πολὺ ἔξυπνοι, κανόνες, ὅπου στὴν θέση ἑνὸς ζωντανοῦ ὅλου καὶ ὀργανικῶν μερῶν, κυβερνάει ἕνα σύστημα σχηματικῶν, ἔστω κι ἂν εἶναι ἐξυπηρετικές, διευθετήσεων … Γῆ, πόλη καὶ κάτοικοι τῆς Ἀτλαντίδας εἶναι σὰν νὰ τοὺς ἔχεις βγάλει μὲ κανόνα καὶ διαβήτη”.[489]

Ὁ Καστοριάδης τονίζει ὅτι “ἐπὶ δύο περίπου αἰῶνες, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Δήμου (τῶν Ἀθηναίων), δηλ. οἱ τεχνίτες καὶ οἱ ἀγρότες ποὺ τὴν συγκροτοῦν, πῆρε ἀποφάσεις, ἀπὸ τὶς ὁποῖες τὰ 9/10 ἦταν ἀπολύτως σωστές. Πῆρε, βεβαίως, καὶ ἐγκληματικές, ὅπως ἡ καταδίκη τῶν στρατηγῶν τῆς ναυμαχίας στὶς Ἀργινοῦσες.[[490]] Πῆρε καὶ ἐσφαλμένες, ὅπως ἡ ἐκστρατεία στὴ Σικελία, ποὺ εἶναι ὅμως, γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, τὸ ἀντίστοιχο τῆς ἀποστολῆς ἀνθρώπου στὴ σελήνη”.[491] Ἀρκεῖ ὅμως μία μόνο ἀπόφαση τῆς τάξεως αὐτῆς, θανατικῆς καταδίκης τῆς ἴδιας τῆς φιλίας τους, γιὰ νὰ συμπεραίνει κανεὶς ὅτι, κι ἂν διέσωζαν κάποια ἀξία, πάντως ἔπαυαν νὰ εἶναι Πόλις — παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι “εὐθὺς μετέγνωσαν”, ἀφοῦ κατηγοροῦσαν τοὺς κατήγορους τοῦ Σωκράτη καὶ μαζί τους ὀργίζονταν,[492] καταργῶντας κάθε δυνατότητα νὰ διορθώνουν τὴν συνείδησή τους. Καὶ ἡ Πόλη τους συνέχισε νὰ διαλύεται, ἔχοντας χάσει καὶ τὴν τραγική τους ποίηση,[493] ἤδη ἔχαναν ὁλόκληρο τὸ καλύτερό τους.

“Τὸ τέλος τοῦ Σωκράτη προκάλεσε τόσο βαθειὰ ἐντύπωση σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς νεαροὺς φίλους του, ὥστε ἐπεσφράγισε τὴν ἀπροθυμία του νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν πολιτικὴ ζωή, γιὰ τὴν ὁποία φαίνονταν νὰ τὸν προορίζουν ἡ καταγωγή του καὶ ἡ ἰδιοφυΐα του. Ἀπογοητευμένος — ὅπως καὶ νἄχει τὸ πρᾶγμα — ἀπὸ τὴν κατάσταση στὴν ὁποία εἶχε περιέλθει ἡ πόλη του καὶ τὶς ὑπερβολὲς τῶν τελευταίων τους ἀρχόντων, ὁ Πλάτων ἔκρινε ὅτι τὸ κράτος ποὺ μποροῦσε νὰ καταδικάσει ἕνα τέτοιο ἄνθρωπο σὲ θάνατο δὲν ἦταν τέτοιο στὸ ὁποῖο νὰ μπορέσει ὁ ἴδιος νὰ παίζει ἐνεργὸ ρόλο”.[494]

Τὸ πολὺ ποὺ ἀφήνει ἴσως ὄρθιο στὴν Πόλη ἡ κατάρρευση τῆς φιλίας της εἶναι ἱεροφανὴς τυποκρατία, τεχνικὴ καὶ μαγεία, μιὰ ἐπίφαση θρησκείας. Κι ἐνῷ τὰ βαρβαρικὰ καὶ τυραννικὰ καθεστῶτα ἐνισχύουν ἀποβλάκωση, τὰ ‘δημοκρατικὰ’ ἐπίσης, ὅταν ὁ δῆμος εἶναι εὐφημισμὸς τῆς μάζας, τελείως διαβρωτικὴ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει κάθε τυραννία ὁποιαδήποτε, ἀλλὰ ὅποια εἰσβάλλει καὶ στὸν πιὸ ἰδιωτικὸ χῶρο, στὴν ἴδια τὴν “σφαῖρα τῆς γέννησης καὶ τοῦ θανάτου”, ὅπου στεγάζονται “πράγματα κρυμμένα ἀπὸ τ’ ἀνθρώπινα μάτια καὶ ἀδιαπέραστα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη γνώση”,[495] ἡ πρωταρχικὴ μοναδικότητα κάθε ἀνθρώπου.