Ὅπως τὸ περιγράφει ἡ μεταφορὰ τοῦ Βασίλειου, ὑψώνεται ὁ κορμὸς τοῦ στοχασμοῦ μέσα στὰ κλαδιά του καὶ ἀνθίζει τὸ Πνεῦμα,[101] ράβδος ἄνθος φέρουσα τὸν Κύριον,[102] “τὸ μικρότερο ἀπ’ ὅλα τὰ σπέρματα ποὺ εἶναι στὴν γῆ, ἀνεβαίνει καὶ γίνεται μεγαλύτερο ἀπ’ ὅλα τὰ φυτὰ καὶ κάνει μεγάλα κλαδιά, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ κατασκηνώνουν στὴν σκιά του τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ”.[103]
“Ἀφοῦ θὰ ἔχουμε κερδίσει τὴν πρώτη τελειότητα στὴν ἔξω παιδεία, τότε θὰ μπορέσουμε νὰ ἀκούσουμε καλὰ τὰ ἱερὰ καὶ ἀπόρρητα μαθήματα, ἔτσι ποὺ νὰ στεριώσει ἀμετακίνητη μέσα μας ἡ γνώση καὶ ἡ ὀμορφιὰ τοῦ καλοῦ. Συμβαίνει κάπως σὰν νὰ ἔχουμε συνηθίσει πρῶτα νὰ βλέπουμε τὸν ἥλιο στὸ νερό, κι ἔτσι στρέφουμε κατόπιν τὰ μάτια στὸ ἴδιο τὸ φῶς”.[104] “Μήν ἀτιμάζουμε τὴν παιδεία, ἐπειδὴ ἔτσι νομίζουν μερικοί, ἀλλὰ ἀπαίσιους καὶ ἀπαίδευτους νὰ θεωροῦμε τοὺς ἴδιους. Θὰ ἤθελαν νὰ εἶναι ὅλοι σὰν κι αὐτούς, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ κρύβουν τὸ κατάντημά τους μέσα στὸ γενικὸ κατάντημα, κι ἔτσι νὰ ἀποφεύγουν τοὺς ἐλέγχους τῆς ἀπαιδευσίας τους”.[105]
Ἡ ἐπίγνωση αὐτὴ ἔχει σήμερα ἀτονήσει, μὲ θλιβερὲς συνέπειες, διαμορφώνει ὅμως τὰ θεμέλια τῆς χριστιανικῆς σκέψης, ὑπῆρξε τόσο ἰσχυρὴ ὥστε, ὅπως θύμιζε ὁ Μίλτων, στὴν προσπάθεια τοῦ Ἰουλιανοῦ νὰ ἀποκόψει τὸν χριστιανισμὸ ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα ἡ Ἐκκλησία κατάλαβε κίνδυνο μεγαλύτερο ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς τοῦ Δέκιου καὶ τοῦ Διοκλητιανοῦ…
“Ἀκόμη καὶ ὁ Τερτυλλιανὸς ἀναγκάστηκε νὰ παραδεχτεῖ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς μελέτης τῆς παγανιστικῆς γραμματείας, ὡστόσο θὰ ἀπαγόρευε στοὺς χριστιανοὺς νὰ τὴν διδάσκουν στὰ δημόσια σχολεῖα, ὅταν αὐτὸ προϋπέθετε ἀναγνώριση τῆς αὐτοκρατορικῆς θρησκείας. Ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία ἀρνήθηκε νὰ τὸν ἀκολουθήσει καὶ στὴν συνέχεια καμμιά ἀπὸ τὶς ὕπουλες ἀπόπειρες τοῦ Ἰουλιανοῦ ἐναντίον τῆς χριστιανοσύνης δὲν προκάλεσε μεγαλύτερη ὀργή, ἀπὸ τὸ διάταγμά του ποὺ ἀπαγόρευε στοὺς χριστιανοὺς δασκάλους νὰ διδάσκουν τοὺς κλασικούς”.[106]
Ὅταν ὁ Παῦλος ἐκφράζεται ὑποτιμητικὰ γιὰ τὴν φιλοσοφία, δὲν ἐννοεῖ τοὺς κλασικοὺς ἀλλὰ τὸν γνωστικισμό,[107] βλακώδεις ‘κοσμοθεωρίες’ ποὺ δὲν ρίζωναν πραγματικὰ σὲ καμμιά παράδοση. Τὸ φαινόμενο ὑπάρχει ἐπίσης στὶς ἡμέρες μας — σὲ διάφορα ‘συστήματα’ τῆς λεγόμενης Νέας Ἐποχῆς, ἔργα προσβλητικῆς συνήθως ἀφέλειας καὶ ἐπιστημοφανοῦς φαντασίας ἢ ἀκόμα ὠμῆς ἀπατεωνιᾶς, ἀλλὰ καὶ σὲ ἀπόπειρες σχετικὰ πιὸ προσωπικὲς καὶ γι’ αὐτὸ πιὸ θλιβερές, ὅπως εἶναι ἡ perennial philosophy τοῦ Χάξλεϋ — καὶ ἀναπτύσσεται τόσο περισσότερο, ὅσο εὐτελίζεται ἡ συνείδηση Ἐκκλησίας, ἡ ποιότητα τῶν προσωπικῶν συναντήσεων καὶ ἡ πραγματικὴ φιλοσοφικὴ παιδεία.
Σελ. 12345678910111213141516