Σημειώσεις

59 Λουκ. 2.40.

60 Ἰω. 7.15.

61 Πρβλ. τὸ κείμενο ‘Χριστιανισμὸς καὶ φιλοσοφία’ — Βαλσάμης, Στοιχεῖα, ὅ.π., σ. 141 κ.ἑ.

62 Εὐλογητὸς εἶ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ δι’ αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας…

63 Δὲν φαίνεται ἔγκυρη ἡ ἑρμηνεία τῆς μορφώσεως ὡς αἰφνίδιας. Ἂν ἀκόμη καὶ ὁ Χριστὸς ἀνέκρινε κείμενα, ἡ δωρεὰ τοῦ Πνεύματος στοὺς Μαθητὲς γιατί συνέβη ὡς μαγικὴ ἔνεση; Ὅπως πληροφορεῖ χαρακτηριστικὰ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ (24.45), “διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς”. Οἱ Βυζαντινοὶ δὲν ἀμφέβαλλαν γιὰ τὴν σημασία τῆς ἐπιφοίτησης, γι’ αὐτὸ εἰκόνιζαν τὸν Χριστὸ Παντοκράτορα νὰ δίνει τὴν θεανθρώπινη καὶ τριαδικὴ εὐλογία μαζὶ μὲ τὴν Βίβλο. “Βίρα κι ἔχει ὁ Θεός”, λέει σήμερα ἡ παροιμία, καὶ οἱ ἀρχαῖοι παρομοίως εἰδοποιοῦσαν πὼς ἡ συνδρομὴ τῆς Ἀθηνᾶς προϋποθέτει ἔμπρακτη ἐπιθυμία γιὰ τὸ δῶρο της, διατηρῶντας ἔτσι στοὺς δεῖκτες τῆς πνευματικῆς ζωῆς τὴν διάκριση ἀπατηλοῦ καὶ γνήσιου, ὥστε καὶ ὁ ἄσχετος νὰ ἔχει μιὰ πρόγευση καὶ νὰ μή καταπέφτει σὲ κενὴ ἐλπίδα. Ἂν ὅμως ἡ ἀπάντηση προϋποθέτει ἀπορία καὶ ἡ γνήσια ἀπορία εἶναι ἔμπρακτη, ὥστε καὶ οἱ μαθητὲς μὲ ἀνάκριση καὶ στοχασμὸ οἰκειοποιήθηκαν τὴν θεία εὐλογία, ὅπως ὅλοι χωρὶς ἐξαίρεση οἱ Πατέρες ἐπὶ δύο χιλιετίες μέχρι σήμερα, σὲ τί ἀκριβῶς συνίσταται ἡ δωρεὰ τοῦ Πνεύματος ὡς δωρεά; Ὅπως θυμίζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Εἰς τὸν ἐξισωτὴν Ἰουλιανόν, λόγος 19, PG 35, 1053· πρβλ. Ἰω. 6.27), τὸ ἴδιο “τὸ ὅτι ὑπάρχουμε, ἔχει χαριστεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ ἐπίσης τὸ νὰ γνωρίζουμε τὸν Ἴδιο, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τὸ νὰ ἔχουμε κάτι νὰ συνεισφέρουμε…”, ἑπομένως ὅλα χαρίζονται, ὥστε καὶ ἡ ἱκανότητα νὰ κρίνουμε, νὰ συγκρίνουμε, κλπ. Κινδυνεύει κανεὶς νὰ συγχέει τὸ χάρισμα μὲ τὴν μαγεία, στὸν βαθμὸ ποὺ βιώνει στὴν ἴδια τὴν καθημερινότητα ἀντὶ θείας δωρεᾶς κάτι αὐτονόητο καὶ συνηθισμένο, ἀσήμαντο ἐπίσης.