“Ὁ Κλήβελαντ Κόουξ, ἐπιμελητὴς τῆς ἀμερικανικῆς ἔκδοσης τῆς μετα–νικαιανῆς σειρᾶς πατερικῶν κειμένων, ἔγραψε γιὰ τὸν ἑλληνικὸ χαρακτῆρα τῆς ἀρχαίας Χριστιανοσύνης: ‘Ἡ πρωτογενὴς Χριστιανοσύνη ἦταν ἑλληνικὴ στὴν μορφὴ καὶ τὸν χαρακτῆρα, ἑλληνικὴ ἀπὸ τὰ πρῶτα ὣς τὰ ἔσχατα στοιχεῖα της, ἑλληνικὴ σὲ ὅλες τὶς μορφὲς τοῦ δόγματος, τῆς λατρείας καὶ τῆς διοίκησής της.’

“Ὁ Ἄρθουρ Π. Στάνλεϋ, διακεκριμένος καθηγητὴς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας στὴν Ὀξφόρδη, πρὶν ἀπὸ περίπου ἑκατὸ χρόνια ἔγραψε μὲ ἀκόμη πιὸ ζωντανοὺς καὶ δυναμικοὺς ὅρους: ‘… Ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ ἐντυπωσιακὴ παρατήρηση τοῦ αὐτοκράτορα Ναπολέοντα, ὅτι ἡ ἴδια ἡ εἰσαγωγὴ τῆς Χριστιανοσύνης ἦταν, ἀπὸ μιὰ συγκεκριμένη πλευρά, θρίαμβος τῆς Ἑλλάδας ἐπάνω στὴν Ρώμη, ἡ ἔσχατη καὶ πιὸ ἔξοχη περίπτωση αὐτοῦ ποὺ εἶπε ὁ Ὁράτιος, πὼς ἡ αἰχμάλωτη Ἑλλάδα αἰχμαλώτισε τὸν ἄγριο κατακτητή της. Ἡ ἀρχαία ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία δὲν ἦταν παρὰ μιὰ ἀποικία Ἑλλήνων χριστιανῶν ἢ ἐξελληνισμένων Ἰουδαίων. Ὁ ἀρχαιότερος Πατέρας τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας ἔγραψε στὰ ἑλληνικά. Οἱ πρῶτοι πάπες δὲν ἦταν Ἰταλοὶ ἀλλὰ Ἕλληνες. Τὸ ὄνομα τοῦ πάπα δὲν εἶναι λατινικὸ ἀλλὰ ἑλληνικό … Ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἡ μητέρα καὶ ἡ Ρώμη ἡ κόρη. Εἶναι προνόμιο τῆς Ἑλλάδας νὰ ἔχει ἄμεση γλωσσικὴ συνέχεια μὲ τοὺς ἀρχαίους καιρούς, νὰ καυχᾶται ὅτι διαβάζει ὅλη τὴν Γραφή, τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινή, στὴν γλῶσσα μὲ τὴν ὁποία τὴν διάβαζαν καὶ τὴν μιλοῦσαν οἱ Ἀπόστολοι’.”[20]