Ὁ πλοῦτος τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὑπάρχει πέρα ἀπὸ τὸν ἀριθμὸ τῶν κειμένων καὶ τὸν θησαυρὸ τῶν λέξεων, περιέχει περισσότερους τρόπους καὶ αἰσθήματα, συγκροτεῖ πιὸ ἰσχυρὸ καὶ γνήσιο ὀργανισμό, παρέχοντας ἑπομένως ὑψηλότερο μέτρο καὶ μεγαλύτερη δυνατότητα σκέψης. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία κράτησε τὴν γλῶσσα τῆς Λειτουργίας ἀκόμα καὶ στὶς ἀντίξοες συνθῆκες τῆς τουρκοκρατίας.

Ὁ Κικέρων ἀναγνωρίζει θεϊκὸ χαρακτῆρα στὸ βίωμα ποὺ δημιούργησε τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ὅταν δηλώνει μὲ ἀφορμὴ τὸν Πλάτωνα πὼς ἂν ὁ Δίας ἦταν νὰ χρησιμοποιήσει ἀνθρώπινο λόγο, μὲ αὐτή τὴν γλῶσσα θὰ μιλοῦσε,[24] καὶ ὁ Ὄσκαρ Οὑάιλντ τὸ καταλαβαίνει ὡς βίωμα φωτός, χρώματος, ὑπερυψώσεως, οὐσίας, ἀλήθειας, γνησιότητας, ἐλευθερίας καὶ ὀμορφιᾶς, λέγοντας γιὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη πὼς ὅταν γυρίζει κανεὶς στὸ ἑλληνικὸ κείμενο, εἶναι σὰ νὰ μπαίνει σ’ ἕνα κῆπο μὲ κρίνους, βγαίνοντας ἀπὸ κάποιο στενόχωρο καὶ σκοτεινὸ σπίτι.[25]