“Μετὰ ἀπὸ τρεῖς αἰῶνες ὑπόγειας ὕπαρξης καὶ διωγμῶν στὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία, ἦταν καὶ πάλι ἡ ἑλληνικὴ Ἐκκλησία, ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ οἱ Ἕλληνες ἱεραπόστολοι, ἐκεῖνοι ποὺ μετέφεραν τὸ χριστιανικὸ μήνυμα καί στὴν Ἀνατολὴ καί στὴν Δύση. Τὸ λατινικὸ στοιχεῖο ἀναδύθηκε ὡς μείζων παράγοντας στὴν ἱστορία τῆς Χριστιανοσύνης μόνο στὴν Δύση καὶ ὄχι νωρίτερα ἀπὸ τὸν 5ο αἰῶνα. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ ἅγιος Παῦλος, γράφοντας στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, δὲν χρησιμοποίησε λατινικὰ ἀλλὰ ἑλληνικά.

“Ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία στὴ Ρώμη ἦταν ἑλληνόφωνη, καὶ ἡ Ἐκκλησία στὴ Δύση ἦταν μιὰ ἐπέκταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς. Ὁ διακεκριμένος ρωμαιοκαθολικὸς θεολόγος Τόμας Σπίντλικ, μέλος τῆς Ἑταιρείας τοῦ Ἰησοῦ, ἔχει ἀπόλυτο δίκιο ὅταν γράφει: ‘Πρέπει νὰ τονίσουμε μία ἀρχὴ καὶ νὰ τὴν τονίσουμε μὲ δύναμη, ὅτι ἡ λατινικὴ Ἐκκλησία προῆλθε ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ὅπως ἕνα κλαδὶ μεγαλώνει ἀπὸ τὸν κορμὸ τοῦ δέντρου. Ἡ Ἐκκλησία φυτεύτηκε ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες καὶ ἐκφράστηκε στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα ὣς τὸ τέλος τοῦ 4ου αἰῶνα.’