Ὅλοι οἱ παρόντες ἠκροάσθησαν ἐν σιωπῇ τὴν σύντομον καὶ αὐτοσχέδιον ταύτην διδαχὴν τοῦ παπᾶ. Ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ ἔσπευσε νὰ εἴπῃ:

“Ἀλήθεια, παπᾶ μ’, δὲν εἶναι καλὸ πρᾶμα αὐτοδά, θὰ πῶ, ν’ ἀφήνουν τόσα χρόνια τώρα τὸ Χριστὸ ἀλειτούργητο τὴν ἡμέρα τῆς Γέννας του… Γιὰ τοῦτο θὰ μᾶς χαλάσ’ κι οὐ Θεός!”

“Κι εἴχαμε κάμει κι ἕνα τάξιμο πέρυσι τὸ Δωδεκάμερο — ἀλήθεια, παπαδιά;” εἶπεν αἴφνης στραφεὶς πρὸς τὴν συμβίαν του ὁ ἱερεύς.

Ἡ παπαδιὰ τὸν ἐκοίταξεν ὡς νὰ μὴν ἐνόει.

“Ὅπου ἦταν ἄρρωστος αὐτὸς ὁ Λαμπράκης” ἐπανέλαβεν ὁ ἱερεύς, δεικνύων τὸν δωδεκαετῆ υἱόν του. “Θυμᾶσαι τὸ τάμα ποὺ κάμαμε;”