Ὁ μικρὸς Λαμπράκης εἶχε πέσει ἐπὶ τὸν τράχηλον τῆς μητρός του.

“Θὰ μὲ πάρετε κι ἐμένα μαζί, μάννα;” ἐψιθύρισε περιπτυσσόμενος τὸν λαιμόν της.

“Τί λές, χαδούλη μ’! Τί λές, πιδί μ'” ἀπήντησε φιλοῦσα αὐτὸν ἡ παπαδιά. “Ἐγώ, ἂν πάω, γιὰ σένα θὰ πάω, γυιέ μ’, κι ἂν ἀπομείνω, γιὰ σένα θ’ ἀπομείνω, γυιόκα μ’, γιὰ νὰ μὴν κρυώσης. Ὅπως ἀποφασίση ὁ παπᾶς σ’, μικρό μ’. Τώρα, σύρ’ νὰ πῇς τὴν προσευχή σ’ καὶ νὰ κάμῃς μετάνοια τ’ παπᾶ σ’, νὰ πλαγιάσῃς, γιὰ νὰ μὴ μαργώνῃς, κανάρι μ’!” “Ναί, θὰ πᾶς, ἀμ’ δὲ θὰ πᾶς!” ἔκραξε τὸ Μυγδαλιώ, ἀπαντῶσα εἰς ἓν ρῆμα τῆς μητρός της.