Δυὸ πειρασμοὶ μοῦ ἐπενέβησαν καὶ δυὸ δοκιμασίας ὑπέφερα εἰς μίαν ἡμέραν, κατ᾿ ἐκείνην τὴν ἐκδρομήν. Ἤμην δεκαετὲς παιδίον. Ἅμα ἐφθάσαμεν, μόλις εἶχον ἀναλάβει ἀπὸ τὸν πρώτον κλονισμόν, ἠσθάνθην τόσην χαρὰν καὶ δρόσον ἀπὸ τὴν ἐκλάμπρου ὡραιότητος ἐκείνην τοποθεσίαν, τὴν ὁποίαν τὸ πρώτον ἔβλεπα, ὥστε ἐξεκλέφθην παρευθὺς ἀπὸ τὴν ἄγρυπνον ἐπίβλεψιν τοῦ πατρός μου, ὅστις θὰ ἐπίστευεν ἴσως ὅτι ἴσως εἶχα σωφρονισθῆ ἀπὸ τὴν τρομάραν τῆς πρωίας, κ᾿ ἐπήγα τρελὰ νὰ τρέξω, νὰ χαζέψω, νὰ περιπλανηθῶ, μαζὶ μὲ ἄλλα παιδιά, στοῦ Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα.

Ὑψηλὰ ἐπὶ τοῦ λόφου τοῦ περιφανοῦς, τοῦ βλέποντος πρὸς βορρᾶν εἰς τὸ πέλαγος, ἵσταται ὁ ναΐσκος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Ἄνω καὶ κάτω καὶ ὁλόγυρα, πολυσχιδεῖς λόφοι καὶ ράχεις καὶ δειράδες, ὅπου γυμνοί, ἀμαυροί, ἀνεμόπληκτοι βράχοι ἐναλλάσσουσιν ἁρμονικῶς μὲ πλουσίας λόχμας καὶ συστάδας θάμνων, ἀπὸ πρίνους καὶ ἀγριελαίας, καὶ πελωρίους σχοίνους δακρύοντας ἀγριομαστίχην, σχηματίζοντας εἰς καλύβην τοὺς μακροὺς κατηφερεῖς κλώνας των, ὅπου ὄχι σπανίως εὐρίσκουσι πρόχειρον μάνδραν διὰ τὰ κοπάδια των οἱ λιναρόξανθοι μὲ τὰς μακρὰς ράβδους βοσκοί. Κάτω, τὰ κράσπεδα ὅλης της ἀκτῆς φιλοῦσι μὲ ὑγρά, σιαλώδη, μεθυσμένα φιλήματα, μὲ ἀγρίους πόθους καὶ μὲ ἐξάλλους ὁρμάς, μαῦρα καὶ γαλανὰ τὰ κύματα· μέλῃ σειρήνων εἰς τὴν ἐπιφάνειαν καὶ κάλλη σειρήνων, καὶ νηρηίδων ἀνεκλάλητα μυστήρια εἰς τὸ βάθος.

Ἦτο τότε ἡ παραμονὴ τῆς 29 Αὐγούστου, Ἀποτομῆς του Προδρόμου, καὶ ὁ παλαιὸς ναΐσκος, ἐπὶ τοῦ ἐρήμου λόφου, ὕπερθεν τῆς θαλασσόπληγος ἀκτῆς, θὰ προσείλκυε τὰ πλήθη τῶν προσκυνητῶν. Κατὰ συνοδίας τὰ πλήθη, νέοι, γυναῖκες καὶ παιδία, ἤρχοντο. Μυρμηκιὰ ὀφθαλμοφανὴς ἐσχηματίζετο εἰς τὸν κατήφορον, ἅμα ἀνέβλεπε τὶς ἄνω πρὸς τὴν ποδιὰν τοῦ βουνοῦ, ἐκ μεσημβρίας, ὀπόθεν κατήρχοντο, φαιδροί, κάθιδροι, μὲ ροδιζούσας παρειὰς καὶ ἀσθμαινούσας πνοάς, οἱ πανηγυρισταί.

Ἡμεῖς εἴχομεν κατέλθει τὴν αὐτὴν ἐκείνην κατωφέρειαν πρωί, ἅμα τὴ ἀνατολή. Εἴχομεν ἐκκινήσει τὰ χαράγματα ἀπὸ τὸ χωρίον μας, ἀπέχον τριῶν ὡρῶν δρόμον, πρὸς μεσημβρίαν· ἐγὼ ἤμην καβάλα ἐπὶ τῆς φοράδος. Ὁ ἀγωγιάτης, ὁ Μῆτρος ὁ Πρανᾶς, ἐκράτει τὴν τριχιὰν τοῦ χαλινοῦ προπορευόμενος, κατ᾿ ἐπίμονον ἀπαίτησιν τοῦ πατρός μου, ἂν καὶ μετὰ γογγυσμοῦ, ὡς ἀγγαρείαν τὸ ἔκαμνε. Τοῦ ἐφαίνετο ὡς νὰ ἔσυρεν ἐπ᾿ ὤμων τὴν φοράδα μὲ τὸ σαμάρι της, κ᾿ ἐπάνω στὸ σαμάρι ἐμέ. Θὰ ἐπροτίμᾳ νὰ ἀκολουθῇ σφυρίζων ὄπισθεν, ὡς συνηθίζουν οἱ συνάδελφοί του ὅλοι.

Ὄπισθέν μας ἤρχοντο πεζοὶ ὁ πατήρ μου καὶ τρεῖς ἢ τέσσαρες γυναῖκες, κρατοῦσαι τὰ καλαθάκια των. Ἐπρόκειτο νὰ λειτουργήσωμεν ἰδιαιτέρως τὴν ἡμέραν ἐκείνην, παραμονὴν τῆς ἑορτῆς, εἶτα δὲ θὰ ἐμένομεν εἰς τὴν πανήγυριν.

Ἐπάνω εἰς τὴν ράχιν τοῦ βουνοῦ, καθὼς ἐμέλλομεν νὰ κατηφορίσωμεν πρὸς τὴν βορειοδυτικὴν κλιτύν, ἀνάμεσα εἰς πυκνοὺς φράκτας καὶ εὐώδεις λόχμας, ὅπου ὁ δρόμος γίνεται οἰονεὶ σκιᾶς τὶς δροσοστάλακτος καὶ ἀδιαπέραστος εἰς τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου, ὁ Μῆτρος ὁ Πρανᾶς ἤθελε ν᾿ ἀφήσῃ εἰς βάρος μας τὴν φοράδα του, καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς ἕνα ἀγρὸν ὑψηλότερα, εἰς τὴν κορυφήν, πρὸς τὸν Ἅι-Θανάση. Ἐκεῖ, καθὼς μᾶς ἀπεχαιρέτισε κ᾿ ἔφυγε, δὲν ἐφρόντισε νὰ παραδώσῃ τὸν χαλινὸν τοῦ ζῴου εἰς χεῖρας τοῦ πατρός μου, ἀλλ᾿ ἔρριψε τὴν ἄκρην τῆς τριχιᾶς κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, ὅπως ἔτυχεν, ἄνοιξε τὰ πόδια του τὰ ὑποδεμένα καλὰ μὲ φασκιές, κ᾿ ἔφυγε δρομαῖος.

Ἡ φοράδα, μόλις ἠσθάνθη τὴν ἐλευθερίαν της -φαίνεται κάπου ἐγνώρισεν ὅτι πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος ἦσαν τὰ κατατόπια της- δὲν ἐκρατήθη, κ᾿ ἐπηλάλησεν εἰς τὰ τέσσαρα, τὸν κατήφορον· κ᾿ ἐγώ, χωρὶς νὰ ἔχω τὸν χαλινὸν εἰς τὰς ἀσθενεῖς χεῖρας μου, καβάλα στὸ σαμάρι…