“Ἂς εἶναι, καλῶς νἀρθῆς” εἶπεν ὁ ἱερεύς.

Ἐξέπλευσαν. Ἐστράφησαν πρὸς τὸ μεσημβρινοδυτικὸν τοῦ λιμένος, κι ἔβαλαν πλώρη τὸ ἀκρωτήριον Καλαμάκι. Ὁ ἄνεμος ἦτο βοηθητικὸς καὶ ὁ πλοῦς εὐοίωνος ἤρχιζε. Ναὶ μὲν ἐκρύωναν πολύ, ἀλλ’ ἦσαν ὅλοι βαρέως ἐνδεδυμένοι. Ὁ παπᾶς ἐκάθισεν εἰς τὸ πηδάλιον φορῶν τὴν γούναν του. Ἡ πρεσβύτερα εἶχε τὸ σάλι της τὸ διπλό, ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ εἶχε τὸ βαρὺ γουνάκι καὶ τὴν κουζούκα της. Ὁ μπαρμπα-Στεφανῆς ἦτο μὲ τὴν νιτσεράδα του, μὲ τὸν κηρωτὸν πῖλον του, μὲ τὸν ἱμάντα δεδεμένον ὑπὸ τὸν πώγωνα, μὲ τὰ μακρὰ πτερύγια σκεπάζοντα τὰ ὦτα, καὶ ὁ υἱός του Σπῦρος, ὁ καλούμενος κοινῶς τὸ Μπερκάκι, μὲ τὰς πρεκνάδας καὶ μὲ τὰς βούλλας εἰς τὸ πρόσωπον, ἦτο μὲ τὰ μανίκια τῆς μάλλινης καμιζόλας του ἀνασφουγγωμένος ὡς τοὺς ἀγκῶνας.