Ὡς διὰ νὰ ψεύσῃ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ γέροντος πορθμέως, ὀξὺς συρριγμὸς παγεροῦ βορρᾶ ἠκούσθη, σείων τὰ δένδρα τοῦ κήπου καὶ τοὺς ξυλοτοίχους τοῦ μαγειρείου ἐπὶ τοῦ σκεπαστοῦ ἐξώστου τῆς οἰκίας, αἱ ὕελοι δὲ καὶ τὰ παράθυρα ἀπήντησαν διὰ γοεροῦ στεναγμοῦ.

“Νά, ἀκοῦς; Καλοσύνεψε!” εἶπε καγχάζων θριαμβευτικῶς ὁ μαστρο-Πανάγος.

“Σιώπα ἐσύ, δὲν ξέρ’ς ἐσύ” ἀνέκραξεν ὁ Στεφανῆς. “Ἐσὺ ξέρ’ς νὰ πελεκᾶς στραβόξυλα καὶ νὰ καρφώνῃς μαδέρια. Αὐτὴ εἶναι ἡ στερνὴ δύναμη τῆς φουρτούνας, εἶναι ἀέρας ποὺ ψ’χομαχάει. Αὔριο θὰ μαλακώσ’ ὁ καιρός, σᾶς λέω ἐγώ. Μπορεῖ νἄχουμε ἀκόμα καὶ καμμία μικρὴ χιονιά, δὲ σᾶς λέω, μὰ ἡμεῖς, ἀπὸ Σταβέτ, ἀνάγκη δὲν ἔχουμε”.