Ὁ παπᾶ-Φραγκούλης ἐστέναξεν, ὡς νὰ ὠκτειρε τὴν ἰδιοτέλειαν καὶ μικροψυχίαν, ἧς ζῶσα ἠχὼ ἐγίνετο ὁ Πανάγος.

“Καὶ τί θὰ πάθουνε, τὸ κάτω κάτω;” ἐπανέλαβεν, ὡς διὰ ν’ ἀναπαύση τὴν συνείδησίν του, ὁ μαραγκός. “Νά, θὰ εἶναι χωμένοι σὲ καμμία σπηλιά, τσακμάκι θά ῾χουν μαζί τους, ξύλα μπόλικα. Μακάρι νὰ μοῦ ‘χε κι ἐμὲ ἡ Πανάγαινα ἀπόψε στὴν παραστιὰ μου τὴ φωτιὰ ποὺ θεν’ ἔχουν αὐτοί. Γιὰ μία βδομάδα πάντα, θὰ εἴχανε κουμπάνια, καὶ δὲν εἶναι παραπάν’ ἀπὸ πέντε μέρες ποὺ ἀγρίεψε ὁ χειμῶνας”.

“Νὰ πήγαινε τώρα κανένας νὰ λειτουργήση τὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο” ἐπανέλαβεν ὁ ἱερεύς, “θὰ εἶχε διπλὸ μισθό, ποὺ θὰ τοὺς ἐφερνε κι αὐτοὺς βοήθεια. Πέρσυ ποὺ ἦταν ἐλαφρότερος ὁ χειμῶνας, δὲν πήγαμε. Φέτος ποὺ εἶναι βαρύς…”