“Ἐγὼ θὰ εἶμαι ξυπνητὸς ἀπ’ τὴ μία” εἶπεν ὁ ἱερεύς, “γιατί ἔχω τὸ ξυπνητήρι μου… Κι ἔπειτα, εἶμαι μοναχός μου ξυπνητήρι. Μὰ στὲς τρεῖς, εἶναι πολὺ νωρίς. Νὰ χαράξη, Στεφανῆ, καὶ νὰ μπαρκάρουμε”.

“Στὲς τρεῖς, στὲς τέσσερες, παπᾶ, γιὰ νὰ μὴν πέση ὁ ἀέρας, νὰ τὸν ἔχουμε πρύμα ὡς τὲς Κουκ’ναριές, νἄχουμε μέρα μπροστά μας. Ἀπὸ ‘κεῖ ὣς τὸ Μανδράκι κι ὣς τὸν Ἀσέληνο, τραβοῦμε σιγὰ σιγὰ μὲ τὸ κουπί. Ἀπὸ ‘κεῖ ὣς τὶς Κεχρεὲς κι ὣς τὴν Ἁγία Ἑλένη, θὰ μᾶς παίρνῃ ἀγάλι-ἀγάλια μὲ τὸ πανάκι. Κι ἀπ’ τὴν Ἁγία Ἑλένη κι ἐκεῖ, ἂν δὲν μπορέσουμε νὰ μ’νταρουμε…”