“Νά, γι’ αὐτόνε τὸ Λαμπράκη, τὸ γυιό σου, τὰ παθαίνουμε αὐτά, παπαδιά”.

“Καὶ τί πάθαμε, μὲ τ’ δύναμ’ τ’ Θεοῦ;” ἀπήντα ἡ παπαδιά, ἥτις, κατὰ βάθος, πολὺ ἀνησυχεῖ μὲ αὐτὸ τὸ παράτολμον ταξίδιον. Εὐτυχῶς, ἡ παρουσία τοῦ παπᾶ τῆς ἔδιδε θάρρος.

“Δὲ μ’ λές, παπαδιά” εἶπε μὲ τὴν τραχείαν φωνήν του ὁ μπαρμπα-Στεφανῆς, θελήσας ν’ ἀστεϊσθῆ καὶ μὲ τὴν πρεσβυτέραν, “δὲ μ’ λές, γιατί λένε: Κύρι’ ἐλέησον, παπαδιά! πέντε μῆνες δυὸ παιδιά”;

“Γιατί, μαθές, τὸ λένε;” ἀπήντησε χωρὶς νὰ πειραχθῆ ἡ πρεσβυτέρα. “Πάρε παράδειγμα ἀπὸ μένα. Ὀχτὼ γέννες, δέκα παιδιά”.