“Πιὲ κι ἄλλο ἕνα νὰ γίνουν ἑφτά”.

Ὁ μπαρμπα-Στεφανῆς ἐρρόφησε γενναίαν δόσιν ἐκ τῆς μικρᾶς φιάλης, τῆς πάντοτε κενουμένης καὶ οὐδέποτε στειρευούσης, τοῦ ἱερατικοῦ μελάθρου.

“Εἴσαστ’ ἕτοιμοι, εἴσαστ’ ἕτοιμοι;” εἶπεν ἀκολούθως. “Πῆρες τὰ ἱερά σ’, παπᾶ, τὰ χαρτιά σ’ οὗλα, τἄχεις ἕτοιμα; Ἔχετε τίποτε πράματα νὰ σᾶς κουβαλήσω, γιὰ νἄμαστ’ ἀ-σένιο;”

“Ἀπὸ τώρα;” εἶπεν ὁ παπα-Φραγκούλης.

“Ἀπὸ τώρα! Τί λές; Νὰ εἴμαστ’ ἀ-πρόντο, παπᾶ. Ἐγὼ στὲς δυὸ θἀρθῶ νὰ σᾶς φωνάξω, κι ἐσεῖς νὰ εἴσαστ’ ἀ-λέστα. Διάβασε τί θὰ διαβάσης, παπᾶ, καὶ στὲς τρεῖς νὰ μπαρκάρουμε”.