Τὰ μεσάνυχτα εἶναι ἡ ὥρα ποὺ γεφυρώνει δύο πραγματικότητες στὴν τελευταία ταινία τοῦ Γούντυ Ἄλλεν, ὅπου ὄνειρο καὶ πραγματικότητα συναντῶνται, μὲ τὸ σύνολο τῆς ὕπαρξης νὰ ἀνοίγεται στοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ἐπιλέγει καθένας νὰ ζήσει.

Ἐμφανίζονται θέματα γνωστὰ καὶ ἀπὸ ἄλλα ἔργα του, μὲ κυρίαρχη τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἰδιαίτερα ὅπως συμβαίνει στὶς προσωπικὲς σχέσεις μὲ τὴν μέριμνα γιὰ τὴν αὐθεντικότητα ἢ ἀποβολὴ τῶν συμβιβασμῶν. Μέσα ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ βίωση τοῦ παρόντος ἡ ἱστορία ἐπίσης γίνεται ἀποδεκτὴ στὰ σωστὰ μέτρα της, πέρα ἀπὸ ἐξιδανίκευση ἢ ἀπόρριψη, δηλαδὴ φανερώνεται ἡ καθολικὴ ἀξία ποὺ διαπερνᾶ τὶς ἐποχές.

Χωρὶς ἀκόμη νὰ ἔχει ἀναδειχθεῖ ἡ ἀποτυχία τοῦ κεντρικοῦ ἥρωα (Γκὶλ) στὴν προσωπική του σχέση μὲ τὴν γυναίκα ποὺ ἑτοιμάζεται νὰ παντρευτεῖ, ἡ σύγκρουση ἀνάμεσα στὸν δικό του ρομαντισμὸ καὶ τὴν δική της ρηχότητα καὶ ψευτοκουλτούρα, ἀναδύονται μέσα στὶς ἀρχὲς τοῦ 21ου αἰώνα οἱ ἀρχὲς τοῦ 20οῦ, δημιουργικὲς παρέες στὸ Παρίσι τοῦ μεσοπολέμου — Πικάσο, Νταλί, Φιτζέραλντ, Χέμινγουέη, Στάιν, κλπ—, ὅπου ὁ Γκὶλ ἀνακαλύπτει ἕνα περιβάλλον ταιριαστὸ μὲ τὶς εὐαισθησίες του.

Ταυτόχρονα ὁ θεατὴς τῆς ταινίας διαπιστώνει γιὰ τὸ παρόν του πὼς εἶναι νεκρὸ σὲ σύγκριση μὲ ἐκεῖνο τὸ παρελθόν, γιὰ πρώτη φορὰ ὅταν ὁ Γκὶλ ἐπιστρέφει γιὰ νὰ συνεννοηθεῖ μὲ τὸν Χέμινγουέη, ἀλλὰ ἔχοντας μεταφερθεῖ ἤδη στὸ τυπικὸ παρόν, ὁπότε στὴν θέση τοῦ λογοτεχνικοῦ καφὲ ἀντικρύζει ἕνα κατάστημα πλυντηρίων.

Τὸ μέρος αὐτὸ τῆς ταινίας θὰ ἔπρεπε νὰ προσέξουν οἱ δάσκαλοι κάθε βαθμίδας καὶ ἡλικίας, σὰν μιὰ κινηματογραφικὴ μαρτυρία τοῦ τί συμβαίνει ὅταν διδασκόμαστε σωστὰ τὴν γονιμότητα τοῦ παρελθόντος, ὅπου ὄχι μόνο δὲν νοεῖται ἡ συνήθης γιὰ τὰ σχολεῖα θανατηφόρος ἀνία ἀλλὰ ζωντανεύουν τὰ πρόσωπα καὶ τὸ ἐξαγνισμένο ἀπὸ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου παρελθόν τους φανερώνεται πιὸ οἰκεῖο καὶ πραγματικὸ σὲ σύγκριση μὲ τὸ μῖγμα ἀξίας καὶ ἀπαξίας ποὺ συκοφαντεῖ τὴν καθημερινότητα τοῦ χρονολογικοῦ παρόντος.

Αὐτὸ ποὺ κάνει πιὸ ἀληθινοὺς ὅσους συναντάει ὁ Γκὶλ τὰ μεσάνυχτα εἶναι ἡ ἐγγύτητά τους στὴν σκέψη, στὴν ἐξέταση τοῦ βίου, στὴν ἀφοσίωση στὸ νόημα, ὅ,τι ἀκριβῶς λείπει ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν μελλοντικὴ σύζυγό του, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐπιτέλους ἐλευθερώνεται.

Ἔχοντας ζήσει ὅλη αὐτὴ τὴν πραγματικότητα, ἔστω ἐξιδανικεύοντας προσωρινὰ τὴν ἐποχὴ στὸ σύνολό της γιὰ χάρη σπάνιων πνευμάτων ποὺ στάθηκαν γιὰ λίγο μέσα της, ὁ Γκὶλ δὲν εἶναι πιὰ δυνατὸ νὰ συμβιβαστεῖ μὲ τὴν ἀπερισκεψία προηγούμενων ἐπιλογῶν του.

Πραγματικότητα καὶ ἀλήθεια ἐλευθερώνουν καὶ χρειάζονται ἐλευθερία, σύμφωνα μὲ τὸν Γούντυ Ἄλλεν, ὁ ὁποῖος μετατρέπει τὸ Παρίσι σὲ συμβολικὸ τόπο τοῦ θαύματος τῆς ἀλήθειας, ὅταν ἡ ἐπιθυμία γιὰ πραγματικότητα ἐκπληρώνεται.