Ὁ Πανάγος ὁ μαραγκὸς ἠγέρθη, ὑψηλός, μεγαλόσωμος, ὀλίγον κυρτός, τινάξας τὰ σκέλη του.

“Πηγαίνω, παπᾶ” εἶπε. “Θέλω κι ἐγὼ νὰ πάω νὰ ἰδῶ μὴ μᾤχη τίποτα ἡ Πανάγαινα γιὰ νὰ φᾶμ’ ἀπόψε”.

“Πήγαινε νὰ τοῦ πῇς πρῶτα, κι ὕστερα γυρίζεις καὶ τρῶτε”.

“Ἡ εὐχή σας. Καληνύχτα, παπαδιά”. Καὶ ἐξῆλθε.

“Τί λέει, θὰ πῶ” εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Πανάγου, “θὰ πᾷς στὸ Κάστρο, παπᾶ;”

“Νὰ ἰδοῦμε τί θὰ μᾶς πῇ κι ὁ μπαρμπα-Στεφανῆς ὁ Μπέρκας”.

“Ἠγώ, ἕνας-ιμ” εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ, “ἂ θὲ πᾶς, ἔρχουμῃ”.