“Τί βοήθεια νὰ τοὺς κάμουνε;” εἶπεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. “Ἀπ’ τὴ στεριά, ὁ τόπος δὲν πατιέται. Ἔρριξε, ἔρριξε χιόνι, κι ἀκόμα ρίχνει. Χρόνια εἶχε νὰ κάμῃ τέτοια βαρυχειμωνιά. Ὁ Ἅη-Θανάσης ἔγιν’ ἕνα μὲ τὰ Κάμπια. Ἡ Μυγδαλιὰ δὲν ξεχωρίζει ἀπ’ τοῦ Κουρούπη”.

Ὁ Πανάγος ὠνόμαζε τεσσάρας ἀπεχούσας ἀλλήλων κορυφὰς τῆς νήσου. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐπανέλαβεν ἐρωτηματικῶς:

“Κι ἀπ’ τὴ θάλασσα, μαστρο-Πανάγο;” “Ἀπ’ τὴ θάλασσα, παπᾶ, τὰ ἴδια καὶ χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός, φουρτοῦνα, κιαμέτ. Ὅλο καὶ φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Ποῦ μπορεῖς νὰ ξεμυτίσης ὄξ’ ἀπ’ τὸ λιμάνι, κατὰ τ’ Ἀσπρόνησο!”