“Ποῦ θὰ πᾶτε, θὰ πῶ; Παλαβώσατε, θὰ πῶ; Μὲ τέτοιον καιρό! νὰ πᾶτε στὸ Κάστρο; Ὤχ, καημένη… Τί νὰ γίνω;”

Ἡ νεωτέρα κόρη, ἡ δεκαεξαέτις τὸ Βασώ, ἀρχίσασα καὶ αὐτὴ νὰ ἐννοῇ, ὑπεψιθύρισε:

“Τί λέει; Θὰ πᾶνε στὸ Κάστρο; Κι ἄρχισες τὰ κλάματα! Μουρλάθηκες; Σιώπα, θὰ μὲ πάρουν κι ἐμὲ μαζί. Θὰ μὲ πάρετε, μά;”

“Σούτ! Λ’φάξτε!” εἶπεν αὐστηρῶς ἡ παπαδιά. “Τί τρέχει;” εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ, ἀκούσασα τοὺς ψιθυρισμοὺς ἐκεῖθεν τῆς ἑστίας.

“Τίποτε, Μαλαμῶ” εἶπε μὲ αὐστηρὸν βλέμμα ὁ παπᾶς. “Ἡσύχασε, Πανάγο” εἶπε, στραφεῖς πρὸς τὸν γείτονα τὸν μαραγκόν, εὑρὼν εὔσχημον τρόπον νὰ τὸν ἀποπέμψη, “δὲν πᾷς, νά ‘χης τὴν εὐχή, νὰ πῇς τοῦ μπαρμπα-Στεφανῆ τοῦ Μπέρκα νἀρθῇ ἀπὸ δῶ; Τόνε θέλω νὰ τ’ πῶ”.