“Καπετὰν Στεφανῆ” εἶπεν ὁ ἱερεύς, “τί λές, μ’ αὐτὸν τὸν καιρὸ μπορεῖ κανεὶς νὰ πάῃ στὸ Κάστρο μὲ τ’ βάρκα, ἀπὸ Σταβέτ;”

“Ἀπὸ Σταβέτ; Μὲ τ’ βάρκα; Στὸ Κάστρο;” ἠκούσθη ἀπὸ τῆς θύρας ὡς καινή τις πρωθύστερος καὶ ἀνάστροφος ἐρωτηματικὴ ἠχώ.

Ἦτο ὁ μαστρο-Πανάγος ὁ μαραγκός, μὲ τὴν κεφαλὴν προέχουσαν εἰς τὸ ἀνώφλιον, μὲ τὴν μίαν πλευρὰ οἱονεὶ κολλημένην ἐπὶ τοῦ παραστάτου.

Ἀλλ’ ὁ μπαρμπα-Στεφανῆς, μόλις ἤκουσε τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἱερέως, καὶ χωρὶς νὰ σκεφθῆ πλέον τοῦ δευτερολέπτου, μὲ τὴν χονδρήν, ταχεῖαν κι ἐμπερδεμένην προφοράν του, ἀνέκραξε: