“Τ’ ἀκούσαμε κι ἡμεῖς, παπᾶ” ἀπήντησεν ὁ γείτονας ὁ Πανάγος, “ἔτσ’ εἴπανε”.

“Τί εἴπανε; Εἶναι σίγουρο, σᾶς λέω” ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Φραγκούλης. “Οἱ βλοημένοι, δὲ θὰ βάλουν ποτὲ γνώση. Ἐπῆγαν μὲ τέτοιον καιρὸ νὰ κατεβάσουν ξύλα, ἀπάν’ ἀπ’ τοῦ Κουρουπῆ τὰ κατσάβραχα, στὸ Στοιβωτό, ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ γίδι νὰ πατήση. Καλὰ νὰ τὰ παθαίνουν!”

“Μυαλὸ δὲν ἔχουν αὐτὸς οὑ κόσμους, θὰ πῶ” εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ. “Τώρα οἱ ἀθρώποι γινῆκαν ἀποκότοι”.

“Νὰ εἴχανε τάχα τίποτα κ’μπάνια μαζί τ’ς;” εἶπεν ἡ παπαδιά.

“Ποιὸς τοῦ ξέρ’;” εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ.