Οὗτος ἦτο ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνοῦς, ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἀργύρη, τοῦ ἀποκλεισμένου ἀπὸ τὰς χιόνας. Ἦλθεν εἰς τὴν ἀποβάθραν μὲ σάκκον πλήρη τροφίμων καὶ μὲ ἄλλα τινὰ ἐφόδια διὰ τὴν ἐκδρομήν. Ἰδὼν αὐτὸν ὁ ἱερεύς:

“Πῶς τὸ ἔμαθες, Βασίλη;” τοῦ λέγει.

“Τὸ ἔμαθα, παπᾶ, ἀπ’ τὸ μαστρο-Πανάγο τὸ μαραγκό”.

“Τί ὥρα καὶ ποῦ τὸν εἶδες;”

“Κατὰ τὰς δέκα τὸν ηὕρα εἰς τὸ καπηλειὸ τοῦ Γιάννη τοῦ Μπουμπούνα. Εἶχε φάει ψωμὶ κι ἐβγῆκε νὰ πιῆ δυὸ τρία κρασιὰ μὲ τὸ ἰσνάφι. Ἔλεγε πὼς ἀποφασίσατε νὰ πᾶτε στὸ Κάστρο, καὶ σᾶς ἐκατάκρινε’ γιὰ τὴν τόλμη. Μὰ ἐγὼ τὸ χάρηκα, γιατί ἀνησυχῶ γιὰ κεῖνον τὸν ἀδερφό μου, καὶ θέλω νἀρθῶ μαζί σας, ἂν μὲ παίρνετε”.