Δὲν εἶναι μηχανικὸ ἔργο: τὸν λυπήθηκε, καὶ ἁπλώνοντας τὸ χέρι Του τὸν ἄγγιξε λέγοντας, ‘Θέλω, καθάρισε’, καὶ ἀμέσως ἔφυγε ἀπὸ αὐτὸν ἡ λέπρα καὶ καθάρισε.[679] — Προϋποθέτει ἀναγνώριση τῆς ἱερότητας τῆς στιγμῆς, ἀπρόσιτης στοὺς πολλούς: ὅταν ἀπομακρύνθηκε ὁ ὄχλος, μπῆκε μέσα, κράτησε τὸ χέρι της, καὶ τὸ κορίτσι σηκώθηκε.[680] — Εἶναι ἀπάντηση σὲ πίστη καὶ αἴτημα: τότε Τοῦ πρόσφεραν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ ἀκουμπήσει ἐπάνω τους τὰ χέρια Του καὶ νὰ προσευχηθεῖ.[681] — Σημαίνει ὑποχώρηση τῶν κοσμικῶν φροντίδων καὶ συγκέντρωση στὴν ἀπόλυτη ἀξία τοῦ συγκεκριμένου ἀνθρώπου: ὅταν ἔδυε ὁ ἥλιος, ὅλοι ὅσοι εἶχαν ἀσθενεῖς ἀπὸ διάφορες ἀρρώστιες τοὺς ἔφερναν σὲ Ἐκεῖνον, κι Ἐκεῖνος σὲ καθένα ξεχωριστὰ ἀκουμποῦσε τὰ χέρια Του καὶ τὸν θεράπευε.[682] — Συμβαίνει μέσα σὲ ἀγάπη: ἔσφιξε τὰ παιδιὰ στὴν ἀγκαλιά Του καὶ τὰ εὐλόγησε μὲ ὅλη τὴν δύναμή Του βάζοντας τὰ χέρια Του ἐπάνω τους.[683]