“Ἀπὸ τὸν γαμπρὸ ποὺ ἀγαπάει τὴν νύφη του εἶναι πιὸ ἐρωτικός. Ἀνάπαυσή Του ἔχει τὴν δική σου σωτηρία, καὶ χαίρεται γι’ αὐτὴν πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅσο χαίρεσαι καὶ σύ ὁ ἴδιος ὅταν γλυτώνεις ἀπὸ κινδύνους καὶ θανάτους … Ὅλους τοὺς τρόπους τῆς ἀγάπης ποὺ ἔχει ὁ πατέρας γιὰ τὰ παιδιά του ἢ ἡ μητέρα γιὰ τὰ ἐγγόνια της, τοὺς ἔχει Ἐκεῖνος γιὰ σένα”.[658]

Ἡ ἴδια ἡ συγγένεια τοῦ χρι τῆς κίνησης τοῦ χρίσματος καὶ ἀγγίγματος μὲ τὸ χρη τῆς χρείας καὶ τοῦ καθήκοντος, φανερώνει ὅτι τὸ καθῆκον δὲν σημαίνει ὑπακοὴ σὲ ἰδεολόγημα. “Δὲν ὑπάρχει καμμία λέξη [στὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα] ποὺ ν’ ἀντιστοιχεῖ στὴν δική μας [δυτικοευρωπαϊκὴ] ἔννοια τοῦ καθήκοντος· ἡ ἔννοια τῆς εὐθύνης κατέχει μιὰ πολὺ μικρὴ θέση μέσα στὸ σύστημα ἀξιῶν [τῶν ἀρχαίων]· ἡ ἰδέα τῆς ὑποχρέωσης ἔχει ἀσαφῆ καὶ ἀκαθόριστο χαρακτῆρα”.[659] Οἱ ἀρχαῖοι δὲν εἶχαν καιρὸ γιὰ καθήκοντα: δὲν προλαβαίνει νὰ ὑπάρξει δεοντολογικὸς χρόνος, ὅταν συμβαίνει συγκέντρωση σὲ Πρόσωπο ποὺ ἀγγίζει παρασύροντας τὰ σύνορα τοῦ κόσμου μὲ ὑπεροχικὴ τὴν ἰσχὺ τῆς Θεότητας μέσα στὴν οἰκειότητά Του. Τὸ ἦθος αὐτὸ διατρέχει μὲ τέλεια διαύγεια τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀναγνωρίζοντας ὅτι κατεπλάγη τὰ πέρατα, ψάλλοντας, ἔκλινας οὐρανοὺς Χριστὲ τῇ καταβάσει Σου.