Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ἐνδέχεται νὰ ἀποκτᾶ προσοχή, στρεφόμενος στὸ ἀόρατο, παίρνοντας σοφία, εὐλογία καὶ χαρά — ὄχι ἐπειδὴ ἀνακάλυψε τὴν ἀπόλυτη δεοντολογία καὶ τεχνική, ἀλλὰ ἐπειδὴ Ἐκεῖνος κατέρχεται στὸ ὁρατὸ καὶ τὸ ἁγιάζει: σαρκώθηκε γιὰ νὰ ἀγγίξει τὸ σῶμα τῆς ταπείνωσης καὶ νὰ καταργήσει τὸ κράτος τῆς κατάκρισης.[665]

“Ὁ Λόγος ἔγινε ἄνθρωπος, ἔμεινε σὲ μᾶς, καὶ εἴδαμε τὴν Δόξα Του, Δόξα ποὺ ἔχει Μονογενὴς Υἱὸς ἀπὸ τὸν Πατέρα Του, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας”.[666]

Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, κλῖνον τὰς καρδίας ἡμῶν, προσεύχεται ἡ Ἐκκλησία. Ὅταν ἡ ἀνθρώπινη καρδιὰ ἀνοίγει καὶ Τὸν ὑποδέχεται ὅπως οἱ οὐρανοί, γεννιέται χαρά, ὀμορφιά, ἐπίγνωση καὶ εὐθύτητα: “πολλοὶ πλάνοι ἔχουν βγεῖ στὸν κόσμο, αὐτοὶ ποὺ δὲν παραδέχονται ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔρχεται μὲ σῶμα. Αὐτός εἶναι ὁ πλάνος καὶ ὁ ἀντίχριστος”.[667]

“Ὅταν ὁ Κύριος ἀγγίζει τὴν ψυχή, ἀνανεώνεται ὁλόκληρη. Αὐτὸ μποροῦν νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν μόνο ἐκεῖνοι ποὺ τὸ γνώρισαν ἀπὸ τὴν πεῖρα τους, γιατὶ χωρὶς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἡ γνώση τῶν οὐρανίων εἶναι ἀδύνατη. Τὸ Πνεῦμα αὐτὸ δόθηκε στὴν γῆ ἀπὸ τὸν Κύριο. Ποιός θὰ περιέγραφε τὴν χαρὰ νὰ γνωρίζεις τὸν Κύριο καὶ ἀκόρεστα νὰ ὁρμᾶς πρὸς Αὐτὸν ἡμέρα καὶ νύχτα;”[668]

Ὅπως ἡ ψυχὴ βρίσκεται σὲ κάθε μέλος τοῦ σώματος, ὁ Χριστὸς δίνει ζωὴ σὲ ὅλες τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς κι ἔτσι σὲ ὁλόκληρο τὸ σῶμα. Τελείως πέρα ἀπὸ τὶς σκιὲς τῶν λέξεων, νοημοσύνη ἀληθινὴ εἶναι ἡ φύση Του: “Ἐκεῖνος ἔχει περιλάβει μέσα Του τὴν γνώση τῶν ὅλων, ἡ σοφία Του δὲν γνωρίζει ὅρια, ἢ μᾶλλον ἡ ὕπαρξή Του εἶναι σοφία”,[669] “αὐτό εἶναι στὴν φύση Του ὁ Θεός, νόηση — ὁλόκληρος νόηση καὶ μόνο”.[670] Νόηση εἶναι ἡ ἀγάπη: “τί εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Ἡ φύση καὶ ἡ ὕπαρξή Του, αὐτό εἶναι ἡ ἀγάπη Του”.[671]

“Ὁλόκληρο τὸ ἀγαθὸ φανερώνεται στὴν ψυχὴ καὶ σὲ ὅλες μαζὶ τὶς αἰσθήσεις σὲ μία καὶ τὴν ἴδια κίνηση — γίνεται ὁρατὸ στὴν ψυχή, βλέπεται καὶ ἀκούγεται, γλυκαίνει τὴν γεύση, εὐωδιάζει τὴν ὄσφρηση, τὰ χέρια τὸ ἀγγίζουν … ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ δὲν βλέπει τὸν Θεό, δὲν γνωρίζει ὅτι τὸν βλέπει ὁ Θεός”.[672]

Ἡ λειτουργία τῆς ἁφῆς, κατ’ ἐξοχὴν ἰαματική, στὴν διαφθορά της, δηλαδὴ ὅταν δὲν ὑπάρχει ἀγάπη, γίνεται ἡ πιὸ ἐπικίνδυνη, ἄγγιγμα νεκρῆς ψυχῆς. “Μπορεῖ νὰ μολυνθεῖ κανεὶς σωματικὰ μὲ τὴν ἁφή, γιατὶ δὲν ὑπάρχει τίποτα πιὸ βαρὺ ἀπὸ τὴν αἴσθηση αὐτή”, εἰδοποιεῖ ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος.[673] Τὸ ἴδιο μπορεῖ νὰ συμβεῖ μὲ ὅλες τὶς αἰσθήσεις.[674] Μέσα ἀπὸ τὴν ψυχὴ συμβαίνει θεραπεία ἢ μόλυνση, γιατὶ ἡ ἴδια ὑπάρχει σὲ κάθε ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου.[675]

Ὁποιαδήποτε αἰσθησιακὴ ἐπαφή, στὸν βαθμὸ ποὺ συμβαίνει μέσα σὲ ἀγάπη εἶναι ἐπαφὴ τοῦ Χριστοῦ, πράξη ἀπόλυτης παιδείας καὶ σωτηρίας. Ἡ ἡδονὴ εἶναι ἀγαθὸ γιὰ ὅσους θέλουν νὰ εἶναι ἀγαθοί, δίδασκε ὁ Μανουὴλ Παλαιολόγος τὸν γυιό του,[676] καὶ περιέγραφε, ὣς κάποιο βαθμό, ὁ Πλάτων: φιλῶντας τὸν Ἀγάθωνα, εἶχα τὴν ψυχή μου στὰ χείλη, γιατὶ ἦρθε ἡ ταλαίπωρη νὰ διαβεῖ…[677] Ἑνωμένο μὲ τὴν ψυχὴ ποὺ ἔχει ἑνωθεῖ μὲ τὸν Λόγο, “τὸ σῶμα ἐνεργεῖ θεραπεῖες μὲ τὴν ἁφή … Ἡ ψυχὴ ἔχει τὴν θέληση, τὸ σῶμα ἀγγίζει, καὶ μὲ τὰ δύο αὐτὰ φεύγει τὸ πάθος”.[678]

Δὲν εἶναι μηχανικὸ ἔργο: τὸν λυπήθηκε, καὶ ἁπλώνοντας τὸ χέρι Του τὸν ἄγγιξε λέγοντας, ‘Θέλω, καθάρισε’, καὶ ἀμέσως ἔφυγε ἀπὸ αὐτὸν ἡ λέπρα καὶ καθάρισε.[679] — Προϋποθέτει ἀναγνώριση τῆς ἱερότητας τῆς στιγμῆς, ἀπρόσιτης στοὺς πολλούς: ὅταν ἀπομακρύνθηκε ὁ ὄχλος, μπῆκε μέσα, κράτησε τὸ χέρι της, καὶ τὸ κορίτσι σηκώθηκε.[680] — Εἶναι ἀπάντηση σὲ πίστη καὶ αἴτημα: τότε Τοῦ πρόσφεραν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ ἀκουμπήσει ἐπάνω τους τὰ χέρια Του καὶ νὰ προσευχηθεῖ.[681] — Σημαίνει ὑποχώρηση τῶν κοσμικῶν φροντίδων καὶ συγκέντρωση στὴν ἀπόλυτη ἀξία τοῦ συγκεκριμένου ἀνθρώπου: ὅταν ἔδυε ὁ ἥλιος, ὅλοι ὅσοι εἶχαν ἀσθενεῖς ἀπὸ διάφορες ἀρρώστιες τοὺς ἔφερναν σὲ Ἐκεῖνον, κι Ἐκεῖνος σὲ καθένα ξεχωριστὰ ἀκουμποῦσε τὰ χέρια Του καὶ τὸν θεράπευε.[682] — Συμβαίνει μέσα σὲ ἀγάπη: ἔσφιξε τὰ παιδιὰ στὴν ἀγκαλιά Του καὶ τὰ εὐλόγησε μὲ ὅλη τὴν δύναμή Του βάζοντας τὰ χέρια Του ἐπάνω τους.[683]